Αρχική Επιτροπής Ανταγωνισμού ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ (ΤΡΙΜΕΛΕΣ) ΑΡ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ: 1615/2010
ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ (ΤΡΙΜΕΛΕΣ) ΑΡ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ: 1615/2010 PDF Print E-mail
There are no translations available.

Καταλογιστική πράξη επιβολής προστίμου Διευθυντού Τελωνείου για τελωνειακή παράβαση άρθρ. 89 παρ. 2 ν. 1165/1918 (λαθρεμπορία) – Απαιτείται, εκτός από την απώλεια δασμών και φόρων εισαγωγής εμπορευμάτων από την αλλοδαπή, η συνδρομή δόλου, δηλαδή πρόθεσης του παραβάτη να αποφύγει την καταβολή των νόμιμων δασμών και πρέπει να βεβαιώνεται από την Τελωνειακή Αρχή ότι συντρέχει πράγματι δόλος – Αντικειμενική ευθύνη του κυρίου ή παραλήπτη του λαθραίου εμπορεύματος έναντι του Δημοσίου υφίσταται μεν υπλην υπό τον όρο ότι υφίσταται σχέση αντιπροσωπείας, διαχείρισης ή εντολής με τον υπεύθυνο της λαθρεμπορίας – Πραγματικά περιστατικά – Ακυρώνει την καταλογιστική πράξη
*
Δικαστές: Αικατερίνη Βασιλείου, Πρόεδρος Πρωτοδικών Δ.Δ., Χριστίνα Κατσαρού, Στυλιανή Τσαούση, Πρωτοδίκες Δ.Δ.


Δικηγόρος του γραφείου μας: Παναγιώτα Μαυραϊδή


*     *     *     *     *

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, με την κρινόμενη προσφυγή, για την άσκηση της οποίας έχει καταβληθεί το κατά το νόμο απαιτούμενο παράβολο, επιδιώκεται, παραδεκτός, η ακύρωση άλλως η τροποποίηση της 19/1998/2002 καταλογιστικής πράξης του Διευθυντή του Ε΄ Τελωνείου Εισαγωγής Πειραιά, κατά το μέρος αυτής με το οποίο ο πρώτος προσφεύγων κρίθηκε συνυπαίτιος τελωνειακής παράβασης με την έννοια του άρθρου 89 παρ. 2 του ν. 1165/1918 (λαθρεμπορίας), κηρύχθηκε δε αλληλεγγύως υπόχρεος μετά των λοιπών συγκαταλογιζομένων (συνολικά 5 ατόμων) για την καταβολή διαφυγόντων δασμών ύψους 64.312,94 ευρώ και επιβλήθηκε σε βάρος του, κατ’ επιμερισμό, πολλαπλό τέλος ύψους 53.428 ευρώ, πλέον 2% Τ.Χ. συν 20% ΟΓΑ επί Τ.Χ., ενώ η δεύτερη προσφεύγουσα εταιρία κηρύχθηκε αλληλεγγύως υπόχρεη μαζί με άλλες (συνολικά 4 εταιρίες) για την καταβολή των οφειλομένων δασμών και των επιβληθέντων προστίμων.
Επειδή, το άρθρο 89 του ν. 1165/1918 «περί Τελωνειακού Κώδικος», όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το Ν. 1514/1950, ορίζει ότι: « 1. Η μη τήρησις των περί τας τελωνειακάς εργασίας και την τελωνειακήν υπηρεσίαν διατυπώσεων του παρόντος νόμου χαρακτηρίζεται και τιμωρείται ως τελωνειακή παράβασις. 2. Ως τελωνειακαί παραβάσεις χαρακτηρίζονται επίσης η καθ’ οιονδήποτε των εν άρθρω 100 μνημονευομένων τρόπων διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της πληρωμής των ανηκόντων τω Δημοσίω τελών και δικαιωμάτων, ως και η μη τήρησις των εν τω αυτώ άρθρω 100 καθοριζομένων λοιπών διατυπώσεων, επισύρουσιν κατά των υπευθύνων πολλαπλούν τέλος συμφώνως προς τας διατάξεις του παρόντος νόμου και αν έτι ήθελεν κριθή αρμοδίως ότι δεν συντρέχουσι τα στοιχεία αξιοποίνου λαθρεμπορίας. 3...», το δε άρθρο 100 του ίδιου Κώδικα ορίζει ότι: «1. Λαθρεμπορία είναι: α) η εντός των συνόρων του Κράτους εισαγωγή ή εξ αυτών εξαγωγή εμπορευμάτων υποκειμένων, είτε εις εισαγωγικόν δασμόν είτε εις εισπραττόμενον εν τοις Τελωνείοις τέλος, φόρον ή δικαίωμα, άνευ γραπτής αδείας της αρμόδιας Τελωνειακής Αρχής ή εν άλλω παρά τον ωρισμένον παρ’ αυτής τόπω ή χρόνω και β) πάσα οιαδήποτε ενέργεια, σκοπούσα να στερήση το Δημόσιον των υπ' αυτού εισπρακτέων δασμών, τελών, φόρων και δικαιωμάτων επί των εισαγομένων εκ της αλλοδαπής ή εξαγομένων εμπορευμάτων και αν έτι ταύτα εισεπράχθησαν κατά χρόνον και τρόπον έτερον ή τον υπό του νόμου οριζόμενον. 2. Ως λαθρεμπορία θεωρείται: α) η εις την γενικήν κατανάλωσιν άνευ εγγράφου αδείας της αρμοδίας τελωνειακής αρχής και πληρωμής του εισαγωγικού δασμού διάθεσις αντικειμένων εισαχθέντων κατά το δασμολόγιον ή δυνάμει νόμου ή συμβάσεως, ατελώς ή επί ηλαττωμένω δασμώ δι’ ωρισμένας ειδικάς χρήσεις ή η χρησιμοποίησις των αντικειμένων τούτων εις άλλας χρήσεις εκτός των ωρισμένων ειδικών τοιούτων...». Τέλος, στο άρθρο 97 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα ορίζεται ότι: «Κατά των οπωσδήποτε συμμετασχόντων της κατά την παράγραφον 2 του άρθρου 89 του παρόντος τελωνειακής παραβάσεως και αναλόγως του βαθμού της συμμετοχής εκάστου, ασχέτως της ποινικής διώξεως αυτών, επιβάλλεται, κατά τας διατάξεις των άρθρων 100 και επόμενα του παρόντος, ιδιαιτέρως εις έκαστον και αλληλεγγύως πολλαπλούν τέλος από του διπλού μέχρι του δεκαπλού των βαρυνόντων το αντικείμενον ταύτης δασμών, φόρων, τελών και δικαιωμάτων, εν συνόλω δια πάντας τους συνυπαιτίους...». Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων για τη στοιχειοθέτηση της τελωνειακής παράβασης της λαθρεμπορίας απαιτείται να απώλεσε ι το Δημόσιο δασμούς και φόρους που επιβάλλονται στην εισαγωγή εμπορευμάτων από την αλλοδαπή ή στην εξαγωγή αυτών και μάλιστα με οποιοδήποτε τέχνασμα ήθελε επινοηθεί για να επιτευχθεί αυτό. Επιπλέον όμως σε κάθε περίπτωση πρέπει να υπάρχει δόλος στον παραβάτη, δηλαδή πρόθεσή του να αποφύγει την καταβολή των νόμιμων δασμών, η συνδρομή του οποίου πρέπει να βεβαιώνεται από την τελωνειακή αρχή και τα διοικητικά δικαστήρια ότι συντρέχει σε κάθε περίπτωση (βλ. ΣτΕ 1473, 3204, 4778/1988, 3711, 5297/1987, 1290/1999, 264/1999, 963/1999 κ.ά.).
Επειδή, περαιτέρω, στις διατάξεις του άρθρου 108 του Τελωνειακού Κώδικα, οι οποίες εφαρμόζονται κατά παραπομπή του άρθρου 99 παρ. 2 του Κώδικα αυτού, ορίζεται ότι: «Το εκδικάζον την επί λαθρεμπορία κατηγορίαν ποινικόν Δικαστήριον δύναται δια της καταδικαστικής αποφάσεώς του, να κηρύξει αλληλεγγύως συνυπεύθυνον αστικώς μετά του καταδικασθέντος προς πληρωμήν της καταγνωσθείσης χρηματικής ποινής και των δικαστικών εξόδων τη αιτήσει δε του ως πολιτικώς ενάγοντος παρισταμένου Δημοσίου, και της επιδικασθείσης αυτώ απαιτήσεως, τον κύριον ή τον παραλήπτην των εμπορευμάτων τα οποία αποτελούσι το αντικείμενον της λαθρεμπορίας, και όταν έτι ούτος δεν υπέχει ποινικήν ευθύνην επί ταύτη, οσάκις ο καταδικασθείς ενήργησεν επί των αντικειμένων της λαθρεμπορίας, ως εντολοδόχος, διαχειριστής ή αντιπρόσωπος του κυρίου ή του παραλήπτου, οιαδήποτε και αν η νομική σχέσις, υφ’ ήν παρουσιάζεται η καλύπτεται η εντολή, ήτοι αδιαφόρως αν ο εντολοδόχος ενεργή ιδίω ονόματι ή ονόματι του εντολέως ή αν παρίσταται ως κύριος του εμπορεύματος ή δι’ οιασδήποτε άλλης προς αυτά νομικής σχέσεως και αδιαφόρως αν η ουσιαστική εκπροσώπησις του κυρίου είναι ειδική ή γενική, εκτός αν ήθελεν αποδειχθή ότι οι ανωτέρω δεν ηδύναντο να έχωσι καν γνώσιν περί της πιθανότητος τελέσεως λαθρεμπορίας». Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών προς εξασφάλιση των συμφερόντων του Δημοσίου καθιερώνεται αντικειμενική ευθύνη των κυρίων ή παραληπτών των εμπορευμάτων, τα οποία αποτελούν το αντικείμενο της λαθρεμπορίας, ως προς την πληρωμή των επιβαλλομένων σε βάρος των υπαιτίων τελών και δασμών, εφόσον όμως μεταξύ των προσώπων αυτών (δηλαδή υπευθύνου λαθρεμπορίας και κυρίου ή παραλήπτη) υφίσταται σχέση αντιπροσωπίας, διαχείρισης ή εντολής, με επίκληση και απόδειξη της οποίας βαρύνεται η τελωνειακή αρχή, εκτός εάν, κατά την κρίση της ή την κρίση του Δικαστηρίου, αποδεικνύεται ότι τα πρόσωπα αυτά δεν ήταν δυνατό να έχουν γνώση για την πιθανότητα τέλεσης της παράβασης (ΣτΕ 1092/1998, 3731/2008).
Επειδή, στην προκείμενη περίπτωση, από τα στοιχεία της δικογραφίας, μεταξύ των οποίων και η από 29.06.1998 πορισματική αναφορά των αρμοδίων υπαλλήλων του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος Π.Δ. Αττικής (Σ.Δ.Ο.Ε.), προκύπτουν τα ακόλουθα: Στην ελεύθερη ζώνη του λιμένα Πειραιά εκλάπη από αγνώστους ένα εμπορευματοκιβώτιο με στοιχεία ZCSU 503040/9 το οποίο περιείχε 20.046 κιλά κατεψυγμένων φιλέτων μοσχαρίσιου κρέατος, προέλευσης Αργεντινής απροσδιόριστης ποιότητας, για την οποία (ποσότητα) είχε κατατεθεί στον ΟΛΠ στις 18.12.1996 αίτηση παράδοσης από την εταιρία ………, η οποία, όπως διαπιστώθηκε από έρευνα της παραπάνω υπηρεσίας, ήταν ανύπαρκτη καθώς επίσης και ο φερόμενος ως εξουσιοδοτημένος από την εταιρία αυτή παραλήπτης με το όνομα ………. Για την εισαγωγή αυτή είχε κατατεθεί από τον τελευταίο πιστοποιητικό Τ2, ως αποδεικτικό του κοινοτικού χαρακτήρα, ώστε τα εισαχθέντα ως άνω κρέατα να εμφανισθούν ότι προέρχονταν από χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και όχι από Τρίτη χώρα, καθώς και η με αριθμό 20169/21.09.1996 φορτωτική της εταιρίας ……… και το οικείο τιμολόγιο. Από την έρευνα του ΣΔΟΕ σε συνεργασία με τις Βελγικές Τελωνειακές Αρχές προέκυψε ότι τα ως άνω παραστατικά ήταν πλαστά, καθόσον στην κατατεθείσα φορτωτική αναγραφόταν ως λιμένας φόρτωσης η πόλη ANTWERPEN του Βελγίου, ενώ στη γνήσια το BUENOS AIRES της Αργεντινής (σχετ. το από 20.02.1997 έγγραφο της Τελωνειακής Υπηρεσίας του Βελγίου). Στα πλαίσια διενεργηθέντος ελέγχου από συνεργείο της πρώην ΕΥΤΕ Αττικής στο εκτελωνιστικό γραφείο του εκτελωνιστή Κωνσταντίνου Ξανθόπουλου, ο οποίος έλαβε χώρα καθόσον, όπως ρητά αναφέρεται στην προαναφερόμενη πορισματική αναφορά, «υπήρχαν πληροφορίες ότι ευρίσκοντο εντός του γραφείου τελωνειακά παραστατικά με αποστολές καπνικών προϊόντων», βρέθηκαν στο εν λόγω γραφείο στοιχεία που αφορούσαν την δεύτερη προσφεύγουσα εταιρία ……… καθώς και τον ………. Ακολούθησε έρευνα στην πρώτη επιχείρηση, η οποία εδρεύει στο Καπανδρίτι Αττικής και έχει ως αντικείμενο εργασιών γεωργοκτηνοτροφικές εργασίες, εισαγωγές - εξαγωγές, κατά την οποία δεσμεύτηκε, μεταξύ άλλων ειδών ζωικής προέλευσης, ποσότητα 5.568 κιλών φιλέτου μοσχαρίσιου κατεψυγμένου, εντός 271 χαρτοκιβωτίων με εξωτερική ένδειξη ……… (σχετ. η αριθμ. 661/1997 απόδειξη παραλαβής - Δέσμευση του ΣΔΟΕ ΠΔ Αττικής καθώς και η από 03.12.1997 έκθεση προσωρινής Δέσμευσης της Κτηνιατρικής Υπηρεσίας Καπανδριτίου, προκειμένου να αποφανθεί για την καταλληλότητα των κρεάτων αυτών). Παράλληλα, κατά τον φορολογικό έλεγχο που διενεργήθηκε στην ως άνω προσφεύγουσα ………, βρέθηκε και το 530/08.10.1997 δελτίο αποστολής έκδοσης της ………, με το οποίο αυτή της έστειλε τα προαναφερόμενα κρέατα για εναπόθεση και αποθήκευση. Στο παραστατικό αυτό της ………, νόμιμος εκπρόσωπος της οποίας είναι ο ………, δεν υπήρχαν ενδείξεις προέλευσης και ημερομηνία παρασκευής και λήξης. Στη συνέχεια, διενεργήθηκε έλεγχος στην τελευταία εταιρία κατά τον οποίο βρέθηκε το 215/03.10.1997 τιμολόγιο πώλησης-δελτίο αποστολής, έκδοσης της ατομικής επιχείρησης του ………, με έδρα την Κομοτηνή, προς την ………, η οποία αγόρασε τα 5.568 κιλά φιλέτου μόσχου. Ο ανωτέρω (………) στην από 03.12.1997 κατάθεση του αναφέρει ότι τα εν λόγω κρέατα που αναφέρονται στο προαναφερόμενο Τ.Π. - Δ.Α., τα φόρτωσε ο ίδιος σε δικό του φορτηγό αυτοκίνητο - ψυγείο και τα παρέδωσε στον πελάτη του, ενώ κατέθεσε ότι τα σχετικά χαρτοκιβώτια είχαν εξωτερικά τις ενδείξεις ……… διότι μεσολαβεί για την κατάψυξη η εταιρία ……… ης οποίας ο ίδιος είναι κύριος μέτοχος και διευθύνων σύμβουλος. Περαιτέρω, κατέθεσε ότι για την πώληση αυτή, πρέπει να μεσολάβησε πωλητής με το όνομα ………, καθώς και ότι πληρώθηκε ο ίδιος μετρητοίς με την παράδοση του εμπορεύματος. Εξάλλου, ο ………, νόμιμος εκπρόσωπος της ………, στην από 03.12.1997 κατάθεσή του, αναφέρει ότι για την αγορά της προαναφερόμενης ποσότητας κρέατος μεσολάβησε ο ………, ο οποίος μετέφερε δείγμα της προς πώληση ποσότητας εντός χαρτοκιβωτίου λίγες ημέρες πριν από την παραλαβή του φορτίου. Σύμφωνα με την κατάθεση αυτή, η αξία της πωλούμενης ποσότητας κρέατος καταβλήθηκε από τον ίδιο (………) προς τον ………, ενώ το γεγονός ότι εξωτερικός τα κρέατα έφεραν την ένδειξη ……… δικαιολογείται, από το ότι η εταιρία αυτή ανήκει στον πωλητή της επίδικης ποσότητας κρέατος ………. Τέλος, σύμφωνα πάντα με την κατάθεση του ως άνω προσώπου, ο συντονισμός όλων των ενεργειών προμήθειας, παραγγελίας, παραλαβής χρημάτων, μεταφοράς και φύλαξης ανήκε στον προαναφερόμενο ………. Σε σχέση με την ίδια υπόθεση ο τελευταίος (………), με την από 06.02.1998 ανωμοτί κατάθεσή του αναφέρει ότι, ενόψει του ότι είχε πολλές γνωριμίες με πελάτες στην Αθήνα, του ζητήθηκε από τον ……… να μεσολαβήσει προκειμένου να πωληθούν φιλέτα μόσχου. Ο ίδιος ήλθε με το σκοπό αυτό σε τηλεφωνική επικοινωνία με τον ………, ο οποίος έδειξε ενδιαφέρον για την αγορά και, εν συνεχεία, αφού του μετέφερε, ως δείγμα, ένα τεμάχιο φιλέτου εντός ζελατίνας με την ένδειξη ………, έδωσε τα τηλέφωνα του ……… ώστε ο ……… να έλθει σε απευθείας συνεννόηση για την τιμή, την ποσότητα, την μεταφορά και την πληρωμή των εμπορευμάτων. Ο εκτελωνιστής ………, στην από 13.05.1998 ένορκη κατάθεσή του αναφέρει ότι, όσον αφορά τα ονόματα των ……… (πρώτου προσφεύγοντα και νομίμου εκπροσώπου της δεύτερης προσφεύγουσας εταιρίας) και ………, που βρέθηκαν σε πρόχειρη σημείωση στο γραφείο του το χρόνο του ελέγχου, ο μεν πρώτος είναι γνωστός του από τριακονταπενταετία, ενώ με τον δεύτερο γνωρίζονταν από πολλά χρόνια όταν αυτός ήταν τελωνειακός υπάλληλος και ότι επικοινώνησε μαζί του για να δημιουργήσουν αποθήκη αποταμίευσης στα ψυγεία του πρώτου προσφεύγοντα. Ακολούθως, διενεργήθηκε έλεγχος στις επιχειρήσεις ……… παρουσία του εκπροσώπου αυτής ………, και στην ατομική επιχείρηση του τελευταίου, όπου τα ελεγκτικά όργανα, από την αντιπαραβολή των αγορών και πωλήσεων του οικονομικού έτους 1997, σε συνδυασμό με τις απογραφές του έτους 1996, διαπίστωσαν ότι έχουν διακινηθεί από αυτές ποσότητες φιλέτων μόσχου χωρίς στοιχεία αγοράς και ενδείξεις προέλευσης και ότι προμηθευτής της ……… και της ατομικής επιχείρησης του ……… φέρεται να είναι η εταιρία ………, με έδρα στην Αθήνα επί της οδού ……… αρ. ………, πλην, όμως, αυτή ήταν ανύπαρκτη στην εν λόγω διεύθυνση, δεν ανέπτυξε ποτέ εμπορική δραστηριότητα και δεν εκπλήρωσε τις φορολογικές της υποχρεώσεις, με συνέπεια να καταλήξουν στο συμπέρασμα ότι οι αγορές φιλέτου μόσχου που έγιναν από τις προαναφερόμενες επιχειρήσεις από την ……… είναι εικονικές. Ενόψει αυτών, η Τελωνειακή Αρχή θεώρησε καταρχήν ότι, η ποσότητα των 5.568 κιλών φιλέτου μόσχου αποτελούσε μέρος των 20.046 κιλών κρέατος που εκλάπησαν από την ελεύθερη ζώνη του λιμένα του Πειραιά και ότι ειδικότερα μεταξύ των προαναφερομένων προσώπων και επιχειρήσεων είχε αναπτυχθεί ένα κύκλωμα, με σκοπό τη διάθεση στην εσωτερική κατανάλωση κρέατος χωρίς την καταβολή εισαγωγικών δασμών και χωρίς κτηνιατρικό έλεγχο, αφού, σύμφωνα με την ως άνω μεθόδευση, εισήγαγαν στην ελληνική επικράτεια κατεψυγμένα κρέατα από την Αργεντινή σαν κοινοτικά, καταθέτοντας πλαστά στοιχεία και συγκεκριμένα την προαναφερόμενη ποσότητα των 20.046 κιλών φιλέτου μόσχου κατεψυγμένου, χωρίς να καταβάλουν τους αναλογούντες δασμούς και φόρους. Συγκεκριμένα, δεδομένης της πρώην ιδιότητας του ……… ως τελωνειακού υπαλλήλου, ο έλεγχος κατέληξε στο συμπέρασμα ότι αυτός, γνωρίζοντας καλά τις διαδικασίες εισαγωγής, ήταν σε θέση να παραπλανήσει τις αρμόδιες αρχές, συντάσσοντας πλαστά παραστατικά. Εν συνεχεία, κατά το προαναφερόμενο πόρισμα, ο τελευταίος μέσω της εταιρίας ………, εξέδιδε τιμολόγια προς τον ………, που λόγω της ιδιότητας του ως εμπόρου κρέατος ήταν σε θέση να του παράσχει την απαιτούμενη κάλυψη, ώστε με δικά του φορολογικά στοιχεία να παρουσιάζει τα λαθραία κρέατα ως Ελληνικά, θέτοντας αυτά σε δικά του χαρτοκιβώτια. Εξάλλου, η Κτηνιατρική Υπηρεσία Πειραιά με την 1427/08.12.1997 έκθεσή της κατάσχεσε τα 5.568 κιλά κρέατος ως ακατάλληλα προς κατανάλωση, τα οποία τελικώς, κατ εστράφησαν με το από 08.12.1997 πρωτόκολλο καταστροφής. Έτσι, το ύψος των διαφυγόντων δασμών και φόρων προσδιορίστηκε, ειδικότερα για τα 14.478 κιλά κρέατος που διέφυγαν την κατάσχεση, σε 21.914.634 δρχ. ή 64.312,94 ευρώ και για τα λοιπά (καταστραφέντα) σε 8.428.007 δρχ. ή 24.733,70 ευρώ. Περαιτέρω δε, η διάδικη Αρχή, αφού έλαβε υπόψη της το προαναφερόμενο πόρισμα, εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη, με την οποία, χαρακτήρισε τις ως άνω ενέργειες ως τελωνειακή παράβαση που φέρει τα στοιχεία της λαθρεμπορίας, κήρυξε ως υπαιτίους για την τέλεσή της τους: ………, ………, ……… (πρώτο προσφεύγοντα), ……… και ……… (διαχειριστή και νόμιμο εκπρόσωπο της «………») και επέβαλε σε βάρος τους συνολικά πολλαπλό τέλος 267.139,92 ευρώ, από τα οποία 53.428 ευρώ σε βάρος του προσφεύγοντα, καταλόγισε δε σε βάρος τους, τους αναλογούντες στα μη κατασχεθέντα κρέατα δασμούς και λοιπούς φόρους, ύψους 64.312,94 ευρώ, κηρύσσοντας τον προσφεύγοντα αλληλεγγύως υπόχρεο για την καταβολή των εν λόγω δασμών. Επίσης, με την ίδια πράξη ορίσθηκαν ως αλληλεγγύως υπόχρεες για την καταβολή των δασμών και των πολλαπλών τελών και οι εταιρίες ………, ………, ……… (δεύτερη προσφεύγουσα) και ……….
Επειδή, με την κρινόμενη προσφυγή και το νομότυπα κατατεθέν υπόμνημα τους, οι προσφεύγοντες ισχυρίζονται, μεταξύ άλλων, ότι η προσβαλλόμενη πράξη είναι μη νόμιμη και πρέπει να ακυρωθεί καθόσον ο πρώτος προσφεύγων μέσω της εταιρίας της οποίας είναι νόμιμος εκπρόσωπος (δεύτερη προσφεύγουσα), το μόνο που έκανε ήταν να παραχωρήσει τους επαγγελματικούς χώρους της προσφεύγουσας εταιρίας - ψυγεία προκειμένου να αποθηκευτούν τα επίδικα εμπορεύματα, που τους παρεδόθησαν νόμιμα από την εταιρεία ……… και ουδεμία υποψία μπορούσε να τους δημιουργηθεί για τυχόν λαθρεμπορική προέλευση των εμπορευμάτων αυτών. Σχετικά δε προσκομίζουν το υπ’ αριθ. 1873/2002 απαλλακτικό βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο αποφάνθηκε να μην απαγγελθεί κατηγορία σε βάρος του πρώτου προσφεύγοντα για την αξιόποινη πράξη της άμεσης συνέργειας σε λαθρεμπορία.
Επειδή, από τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά και ειδικότερα ενόψει του ότι: 1) άγνωστα άτομα έκλεψαν μέσα από την ελεύθερη ζώνη του Πειραιά, ένα εμπορευματοκιβώτιο που περιείχε 20.046 κιλά φιλέτα κατεψυγμένου μόσχου από την Αργεντινή, 2) σε γενόμενο έλεγχο στην προσφεύγουσα επιχείρηση ……… δεσμεύτηκαν 5.568 κιλά φιλέτου μόσχου κατεψυγμένου εντός χαρτοκιβωτίων με εξωτερικές ενδείξεις ………, 3) η ανωτέρω ποσότητα είχε αποσταλεί για εναπόθεση και αποθήκευση στην εν λόγω εταιρία με δελτίο αποστολής ……… και 4) για την πώληση των ειδών αυτών στην ……… από τον ………, διατηρούντα ατομική επιχείρηση και εκπροσωπούντα την ………, μεσολάβησε ο ………, τα στοιχεία του οποίου ευρέθησαν σε έλεγχο που πραγματοποιήθηκε στο εκτελωνιστικό γραφείο του ………, επ’ ευκαιρία έρευνας για αποστολές καπνικών προϊόντων, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν προκύπτει η συμμετοχή του πρώτου προσφεύγοντος στην κατοχή, διακίνηση και διάθεση στην ελληνική αγορά της ποσότητας των 20.046 κιλών κρέατος που εκλάπη από την ελεύθερη ζώνη του λιμένα Πειραιά, μέρος της οποίας ήταν η κατασχεθείσα ποσότητα των 5.568 κιλών κατεψυγμένου κρέατος, για την οποία εξάλλου, ουδόλως μπορεί να συναχθεί με βεβαιότητα από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας ότι ταυτίζεται με τα απολεσθέντα φιλέτα καταγωγής Αργεντινής, με αποτέλεσμα τη διαφυγή των αναλογούντων δασμών και φόρων και, κατά συνέπεια, δεν δύναται νομίμως να του αποδοθεί η αντίστοιχη ευθύνη συμμετοχής στη διάπραξη της λαθρεμπορίας. Ειδικότερα, δεν προκύπτει κατά τρόπο ανεπίδεκτο εύλογης αμφισβήτησης η συμμετοχή του ανωτέρω προσφεύγοντος στη διακίνηση της κλαπείσας ποσότητας φιλέτου, από το γεγονός ότι, ανεξαρτήτως της ύπαρξης άλλων παραβάσεων, η εταιρία ………, προμηθευτής της ……… και του ………, ήταν ανύπαρκτη και οι μεταξύ τους συναλλαγές ήταν, ως εκ τούτου, εικονικές. Περαιτέρω, το γεγονός ότι τα χαρτοκιβώτια που παραδόθηκαν στην προσφεύγουσα εταιρία ……… έφεραν την ένδειξη ……… και όχι του ………, δεν μπορεί άνευ ετέρου να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι υφίσταται σύνδεση των κλαπέντων ποσοτήτων κρέατος με τα 5.568 κιλά κατεψυγμένου φιλέτου μόσχου που πωλήθηκε, με τη μεσολάβηση του ………, προς την εταιρία ………, η δε περί του αντιθέτου κρίση της αντίδικης φορολογικής αρχής είναι όλως συμπερασματική και καταλήγει με αλματώδη συλλογισμό στο συμπέρασμα περί της διάπραξης λαθρεμπορικής παράβασης με τη συμμετοχή του προσφεύγοντος. Συνακόλουθα, δεν στοιχειοθετείται η αποδιδόμενη ως προς τη συμμετοχή του προσφεύγοντος λαθρεμπορία, ούτε, ενόψει των προαναφερθέντων, ήταν δυνατόν οι προσφεύγοντες να έχουν οποιαδήποτε γνώση για την πιθανότητα τέλεσης αυτής, απορριπτομένων ως αβασίμων των σχετικών ισχυρισμών του Δημοσίου.
Επειδή, κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη προσφυγή, να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη πράξη κατά το μέρος που αφορά τον πρώτο προσφεύγοντα και την δεύτερη προσφεύγουσα εταιρεία, να επιστραφεί στους ανωτέρω το καταβληθέν παράβολο, κατ’ άρθρο 277 παρ. 9 του Κ.Δ.Δ., ενώ το αίτημα των προσφευγόντων περί καταδίκης της αντίδικης αρχής στα δικαστικά έξοδά τους πρέπει να απορριφθεί ως απαραδέκτως προταθέν, καθόσον προβάλλεται το πρώτον με το υπόμνημα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δέχεται την προσφυγή.
Ακυρώνει την 19/1998/2002/09.09.2002 καταλογιστική πράξη του Διευθυντή του Ε΄ Τελωνείου Εισαγωγής Πειραιά, κατά το μέρος αυτής που αφορά τους προσφεύγοντες.
Διατάσσει την απόδοση του καταβληθέντος παραβόλου στους προσφεύγοντες.