ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ ΑΡ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ: 591/2009

648, 669 Α.Κ., 6 ν. 765/1943, 38 Εις. Ν.Α.Κ. 3, 5, 7 ν. 3198/1955, 1 ν. 2112/1920 – Εξηρτημένη εργασία – Βασικά γνωρίσματα που την διακρίνουν από την παροχή ανεξάρτητων υπηρεσιών – Καταγγελία από εργοδότη – Δικαιώματα εργαζομένου – Πρόσθετη παρέμβαση Σωματείου – Παραδεκτή με δήλωση καταχωριζομένη στα πρακτικά


*

Δικαστής: Παναγιώτης Λεβενιώτης, Πρωτοδίκης

Δικηγόροι του γραφείου μας: Κυριάκος Μακαρώνας – Αικατερίνη Μίχου


*       *       *       *       *

Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. του Α.Κ. και 6 του Ν. 765/1943, που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Α.Κ. (αρθρ. 38 Εισ. Ν. Α.Κ.), συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας που συμφωνήθηκε και στον μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του, και ο εργαζόμενος υπόκειται σε  νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη.
Η εξάρτηση αυτή εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες, ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για την διαπίστωση της συμμορφώσεως του εργαζομένου προς αυτές. Η υποχρέωση μάλιστα του εργαζομένου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του ως προς τον τρόπο παροχής της εργασίας, αποτελεί το βασικό γνώρισμα της ως άνω εξαρτήσεως, η οποία μπορεί να είναι χαλαρότερη στις περιπτώσεις που ο εργαζόμενος αναπτύσσει πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας του, λόγω των επιστημονικών ή τεχνικών του γνώσεων, αλλά θα πρέπει να υπάρχει για να θεωρηθεί η εργασία του ως εξαρτημένη. Εξάλλου, σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών υπάρχει όταν ο εργαζόμενος παρέχει αντί μισθού τις υπηρεσίες του, χωρίς να υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία του εργοδότη ή να είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται προς τις εντολές και οδηγίες αυτού, ιδίως ως προς τον τρόπο και τον χρόνο παροχής των υπηρεσιών του. Και στην σύμβαση αυτή, πάντως, υπάρχει κάποια δέσμευση και εξάρτηση, όπως συμβαίνει σε κάθε περίπτωση που αναλαμβάνονται υποχρεώσεις με ενοχική σύμβαση και γι’ αυτό ακριβώς η συμμόρφωση του εργαζομένου προς όρους της συμβάσεως του, που μπορούν να έχουν σχέση και με τον τόπο ή τα χρονικά πλαίσια παροχής της εργασίας, δεν υποδηλώνουν, χωρίς άλλο, εξάρτηση αυτού από τον εργοδότη, με την προεκτεθείσα έννοια. Οπωσδήποτε το δικαίωμα του εργοδότη να δίνει εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας και να ελέγχει την συμμόρφωση του εργαζομένου προς αυτές, καθώς και η έκταση των αντίστοιχων υποχρεώσεων του τελευταίου, αποτελούν ενδεικτικά στοιχεία της υπάρξεως εξαρτήσεως, η οποία όμως δεν εξαρτάται μόνον από το αν συντρέχουν όλα ή τα περισσότερα από τα στοιχεία αυτά. Διότι εκείνο που διακρίνει την εξαρτημένη εργασία από την ανεξάρτητη δεν είναι το ποσοτικό στοιχείο, δηλαδή η σώρευση περισσότερων ενδείξεων δεσμεύσεως και εξαρτήσεως, αλλά το ποιοτικό, δηλαδή η ιδιαίτερη ποιότητα της δεσμεύσεως και εξαρτήσεως, η οποία έχει για τον υποβαλλόμενο σε αυτή εργαζόμενο συνέπειες που καθιστούν απαραίτητη την ιδιαίτερη ρύθμιση της σχέσεως του με τον εργοδότη και δικαιολογούν την ειδική προστασία του από το εργατικό δίκαιο. Το ποιοτικό αυτό στοιχείο συνάγεται από την εκτίμηση των όρων και εν γένει συνθηκών παροχής της εργασίας και διαφέρει κατά περίπτωση, ανάλογα με το είδος και την φύση της εργασίας, συνδυαζόμενο δε με τις υφιστάμενες ενδείξεις εξαρτήσεως, παρέχει ασφαλέστερο κριτήριο για την διάκριση της εξαρτημένης εργασίας από την ανεξάρτητη (Α.Π. 821/2006, ΝΟΜΟΣ).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 3, 5 παρ. 3 και 7 του ν. 3198/1955, 1 του ν. 2112/1920 και 669 Α.Κ. που ορίζουν ότι η καταγγελία της εργασιακής σχέσεως θεωρείται έγκυρη εφόσον γίνει εγγράφως και καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση, προκύπτει ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου, που δεν γίνεται εγγράφως και δεν ακολουθείται από την καταβολή αποζημιώσεως του Ν. 2112/1920 είναι άκυρη και θεωρείται σαν να μην έγινε (Α.Κ. 180). Ο εργοδότης που αρνείται έκτοτε να αποδεχθεί την εργασία του μισθωτού του γίνεται υπερήμερος (Α.Κ. 349, 350) και υποχρεούται στην πληρωμή του μισθού του (Α.Κ. 656). Ο μισθωτός αντίστοιχα δικαιούται ή να εμμείνει στην ακυρότητα της καταγγελίας και να ζητήσει τους μισθούς υπερημερίας ή, εν όψει του ότι η ακυρότητα της καταγγελίας τάσσεται υπέρ αυτού και είναι επομένως σχετική, να θεωρήσει την καταγγελία έγκυρη και να απαιτήσει την αποζημίωση του Ν. 2112/1920 (Α.Π. 590/94 ΔΕΝ 51.931, Α.Π. 701/91 Ε.Ε.Δ. 51.223, Α.Π. 947/82 Ε.Ε.Δ. 42.117, Εφ.Αθ. 8731/2000, Ε.Δ. 2001/1386, Α.Π. 816/2002, Ε.Δ. 44/970).
Με την υπό κρίση αγωγή η ενάγουσα, πολιτικός μηχανικός, εκθέτει ότι δυνάμει άτυπης (προφορικής) σύμβασης προσελήφθη στις 29.03.2005 από την εναγομένη Α.Ε. με σύμβαση που φαινομενικά ήταν παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών, στην πραγματικότητα όμως ήταν εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, με πενθήμερη εβδομαδιαία απασχόληση και 8 ώρες ημερησίως και συμφωνημένο μισθό αρχικά ύψους …………… ευρώ και από Μάρτιο ποσού …………… ευρώ μηνιαίως. Ότι εργάστηκε στην εναγομένη έως 20.04.2007, όταν και η εναγομένη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας, χωρίς όμως να λάβει τη νόμιμη αποζημίωση. Με βάση τα παραπάνω ζητεί να αναγνωριστεί η ακυρότητα της από 20.04.2006 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της, να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλλει το ποσό των …………… ευρώ για οφειλόμενους μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από Απρίλιο έως Νοέμβριο του 2007 και να καταδικαστεί η εναγομένη στη δικαστική της δαπάνη. Επικουρικά δε ζητεί, σε περίπτωση που η καταγγελία της σύμβασης θεωρηθεί έγκυρη, να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλλει το ποσό των …………… ευρώ ως αποζημίωση απόλυσης. Η αγωγή αρμοδίως εισάγεται, για να συζητηθεί ενώπιον αυτού του δικαστηρίου κατά την ειδική διαδικασία που ακολουθείται νια την επίλυση των εργατικών διαφορών (άρθρα 11 παρ. 7, 14 παρ. 2, 16 αρ. 2, 69, 664 και 176 Κ.Πολ.Δ.) και είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις αναφερόμενες στην αρχή της παρούσας διατάξεις, καθώς και διατάξεις των άρθρων 648 επ. Α.Κ., 176 Κ.Πολ.Δ.. Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί για να κριθεί η ουσιαστική βασιμότητα της, δεδομένου ότι για το αντικείμενο της δεν απαιτείται η καταβολή δικαστικού ενσήμου, αφού το ποσό δεν υπερβαίνει τα 12.000 ευρώ (άρθρο 71 Εισν. Κ.Πολ.Δ.).
Περαιτέρω, με δήλωση του πληρεξουσίου Δικηγόρου του που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, το Σωματείο ασκεί πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της ενάγουσας, με αίτημα να γίνει δεκτή η υπό κρίση αγωγή. Η πρόσθετη παρέμβαση είναι παραδεκτή και νόμιμη (άρθρα 666, 115 και 80 επ. Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν.
Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων που περιλαμβάνονται στα πρακτικά της δίκης και τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι υπ’ αριθ. 2447, 2448/15.12.2008 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων της ενάγουσας Π.Λ. και Ε.Λ. ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ε.Μ., που δόθηκε έπειτα από νομότυπη κλήτευση της εναγομένης τουλάχιστον πριν είκοσι τέσσερις ώρες (βλ. την υπ’ αριθ. 6896/12.12.2008 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Χ.Β.), αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Από τις 29.03.2005 έως τις 20.04.2007 η ενάγουσα προσέφερε την εργασία της ως πολιτικός μηχανικός στην εναγομένη Α.Ε., που είναι εταιρία με αντικείμενο την εκπόνηση στατικών και ηλεκτρολογικών μελετών. Την εργασία της προσέφερε επί οκτάωρο ημερησίως και επί πενθημέρου εβδομαδιαίας εργασίας, δεχόμενος εντολές και οδηγίες από το νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης κ. Β.Β. ως προς τον τόπο, χρόνο και τρόπο παροχής της εργασίας της. Οι μηνιαίες αποδοχές της ανερχόταν από την πρόσληψη της μέχρι τον μήνα Φεβρουάριο του 2006 σε …………… ευρώ και από τον Μάρτιο του 2006 έως και την ημερομηνία απόλυσης της σε …………… ευρώ, ενώ παράλληλα λάμβανε δώρα Εορτών, καθώς και επιδόματα αδείας. Για την πληρωμή των αποδοχών του εξέδιδε κατ’ αίτηση της εναγομένης δελτία παροχής υπηρεσιών, ορισμένα από τα οποία εκδιδόταν, εκτός από το όνομα της εναγομένης, και στο όνομα της εταιρίας με την επωνυμία «Τ.» Α.Τ.Ε., η οποία όμως αναμφίβολα συναποτελεί με την εναγομένη όμιλο οικογενειακής επιχείρησης  των κυρίων μετόχων της εναγομένης Β. και Δ.Β., οπότε ουσιαστικά υπάρχει ενότητα ως προς το πρόσωπο του εργοδότη (βλ. τις σχετικές προσκομιζόμενες από τη εναγομένη συμβάσεις της ενάγουσας με την εναγομένη και την ως άνω εταιρία, όπου αναφέρεται ως Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος και των δύο εταιριών το ίδιο πρόσωπο, ήτοι ο Δ.Β.). Με βάση τα περιστατικά αυτά κρίνεται ότι η συνδέουσα τους διαδίκους σχέση είναι αυτή της εξαρτημένης παροχής υπηρεσιών από την ενάγουσα και όχι της σύμβασης έργου ή των ανεξαρτήτων υπηρεσιών, γιατί η παροχή της εργασίας της ενάγουσας στην επιχείρηση της εναγομένης αποκλειστικά για τα έργα που αναλάμβανε αυτή ή η ουσιαστικά ταυτιζόμενη με αυτή εταιρία «Τ.» Α.Τ.Ε. με συγκεκριμένο ωράριο εργασίας, η πληρωμή σ’ αυτήν μηνιαίου μισθού και οι οδηγίες ως προς τον τόπο, τρόπο και χρόνο παροχής εργασίας της ενάγουσας από τον εκπρόσωπο της εναγομένης προσιδιάζει σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και όχι σε σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών, γιατί φανερώνει τόσο κατά το ποσοτικό όσο και κατά το ποιοτικό στοιχείο εξάρτηση της ενάγουσας ως προς τον τόπο, τρόπο και χρόνο παροχής των υπηρεσιών της, έστω και αν οι προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από την εναγομένη από 15.07.2005, 02.10.2006 συμβάσεις μεταξύ της ενάγουσας και αυτής, καθώς και οι από 01.08.2005, 02.01.2006, 03.04.2006 και 03.07.2006 συμβάσεις μεταξύ της ενάγουσας και της προαναφερόμενης εταιρίας τιτλοφορούνται ως συμβάσεις παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών και αναφέρονται σε εκτέλεση συγκεκριμένων έργων, για τα οποία η ενάγουσα εξέδωσε αποδείξεις παροχής υπηρεσιών που περιλαμβάνουν τα ποσά που αναφέρονται στις παραπάνω. Το Δικαστήριο κατέληξε στην κρίση αυτή εκτιμώντας, μεταξύ άλλων, και τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από την ενάγουσα εβδομαδιαία δελτία απασχόλησης, που αφορούν ολόκληρο το χρονικό διάστημα που απασχολήθηκε στην εναγομένη και αναφέρουν λεπτομερώς τις ώρες που απασχολήθηκε καθημερινά, καθώς και τα αντίγραφα της κίνησης του λογαριασμού που διατηρούσε στην Τράπεζα “……… BANK”, που αποδεικνύουν τις μηνιαίες καταβολές των ποσών που αντιστοιχούν στους προαναφερόμενους συμφωνημένους μισθούς, καθώς και στα επιδόματα αδείας και στα δώρα Εορτών, στοιχεία που σαφώς προσιδιάζουν σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, Η ενάγουσα εργάστηκε στην εναγομένη έως 20.04.2007, όταν και η εναγομένη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας, χωρίς όμως να λάβει τη νόμιμη αποζημίωση. Κατά συνέπεια, η καταγγελία της σύμβασης ήταν άκυρη και αυτή δικαιούται να λάβει μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από Απρίλιο του 2007 έως και το μήνα Νοέμβριο του 2007. Συγκεκριμένα, για το ως άνω χρονικό διάστημα η οφειλή ανέρχεται σε (……… ευρώ μηνιαίως x 7) = ……… ευρώ. Κατά συνέπεια, η αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή και να αναγνωριστεί μεν ότι η από 20.04.2007 καταγγελία από την εναγομένη της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με την ενάγουσα ήταν άκυρη να υποχρεωθεί δε η εναγομένη να καταβάλλει στην ενάγουσα το ποσό των …………… ευρώ. Ωσαύτως πρέπει να γίνει δεκτή και η ασκηθείσα με δήλωση στο ακροατήριο και την κατάθεση προτάσεων πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της ενάγουσας. Τέλος, πρέπει η εναγομένη να καταδικασθεί στην καταβολή των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας, λόγω της ήττας της (άρθρο 176 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει κατ’ αντιμωλία των διαδίκων.
Δέχεται την αγωγή.
Δέχεται την ασκηθείσα στο ακροατήριο πρόσθετη παρέμβαση.
Αναγνωρίζει ότι η από 20.04.2007 καταγγελία από την εναγομένη της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με την ενάγουσα ήταν άκυρη.
Υποχρεώνει την εναγομένη να καταβάλλει στην ενάγουσα το ποσό των ………………………… ευρώ (…………).
Επιβάλλει σε βάρος της εναγομένης τα δικαστικά έξοδα της ενάγουσας, το ύψος των οποίων ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.