ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ (ΕΡΓΑΤΙΚΟ ) ΑΡ. ΑΠΟΦΑΣΗΣ: 1191/2008

Εργατικό Ατύχημα- Συνυπαιτιότητα ζημιωθέντος εργαζομένου- 914, 922, 932, 71, 297, 298, 299, 300, 481, 648, 346 ΑΚ, ν. 551/1915, 907, 908, 176 Κ.Πολ.Δ.- Παρέμβαση ΙΚΑ απορριπτέα- ν. 1846/1951- ΒΔ 10.09.1937, ΠΔ 89/99, ν. 1568/95.

*

Δικαστής: Αντώνιος Χ. Σβύνος, Πρωτοδίκης.

Δικηγόροι του γραφείου μας:  Κυριάκος Μακαρώνας, Αικατερίνη Ρόκα


*     *     *     *     *

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη σαφή έννοια των διατάξεων του άρθρου 1 του ν.551/1915, όπως αυτός κωδικοποιήθηκε με το από 247/25-8-1920 β.δ. «περί κωδικοποιήσεως των νόμων περί ευθύνης προς αποζημίωση των εξ ατυχημάτων εν τη εργασία παθόντων εργατών ή υπαλλήλων» και εξακολουθεί να ισχύει μετά την εφαρμογή του ΑΚ, κατά το άρθρο 38 ΕισΝΑΚ, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 34 παρ. 2 και 60 παρ. 3 του α.ν. 1846/1951, ως ατύχημα από βίαιο συμβάν που επήλθε κατά την εκτέλεση της εργασίας ή εξ αφορμής αυτής σε εργάτη ή υπάλληλο των εργασιών ή των επιχειρήσεων των αναφερομένων στο άρθρο 2 του αυτού β.δ. (εργατικό ατύχημα), θεωρείται κάθε βλάβη, η οποία είναι αποτέλεσμα βίαιης και αιφνίδιας επενέργειας εξωτερικού αιτίου, που δεν θα λάμβανε ύπαρξη χωρίς την εργασία και την εκτέλεση της υπό τις δεδομένες περιστάσεις εκτελέσεως της (ΑΠ 11169/99 ΕλλΔνη 41.733, ΕφΑΘ 4957/98 ΕλλΔνη 41.513). Η διάταξη αυτή, όπως και όλη η ρύθμιση του προαναφερόμενου νόμου, εμπνέεται από την δικαιοπολιτική ιδέα του επαγγελματικού κινδύνου, ως λόγου παραγωγικού αστικής ευθύνης, την οποία ανεξαρτήτως από υπαιτιότητα ή και τη συμπεριφορά   του   καθεαυτή,   πρέπει   να   επωμίζεται   εκείνος   που   ασκεί επιχείρηση, από την οποία αυτός μεν προσπορίζεται ή αναμένει όφελος, οι δε εργαζόμενοι στην ίδια, ως εκ του είδους της και των τεχνικών μεθόδων και μέσων τα οποία χρησιμοποιεί, είναι εκτεθειμένοι σε κίνδυνο της ζωής ή της σωματικής τους ακεραιότητας και απώλειας συνακολούθως της ικανότητας τους για  βιοποριστική  εργασία  (ΑΠ   1149/94  ΕλλΔνη37.655,  ΑΠ  982/93 ΕλλΔνη36.164,    ΜΠρΒερ.40/2005   Αρμ.2006.1064).    Περαιτέρω,   από   τις διατάξεις των άρθρων 298, 299 και 932 ΑΚ προκύπτει ότι η αξίωση για χρηματική ικανοποίηση εξαιτίας ηθικής βλάβης που οφείλεται μόνο στις από το νόμο προβλεπόμενες περιπτώσεις για ζημία μη περιουσιακή και έχει γενεσιουργό αιτία την αδικοπραξία, υπό την έννοια της υπαίτιας ζημιογόνου πράξης (άρθ.914 ΑΚ),  δύναται  να  εύρει  έρεισμα  και στο  πλαίσιο της εφαρμογής των περί εργατικού ατυχήματος διατάξεων (Ν.551/1915), αρκεί ότι τούτο οφείλεται σε πταίσμα του εργοδότη ή των υπ’αυτού προοτηθέντων προσώπων που αμέλησαν να λάβουν τα αναγκαία μέτρα ασφαλείας για την προστασία της υγείας ή της ζωής των εργαζομένων (ΟλΑΠ 26/95 ΝοΒ44.198, ΑΠ185/98  ΕλλΔνη39.838,  ΕφΑΘ 421/2000 ΕλλΔνη41.798,  ΕφΘεσ.2591/95 Αρμ1995.1187 βλ. Λ.Ντάσιο Εργατικό Δικονομικό Δίκαιο έκδ. 5η 1999 Τομ.Α/Ι παρ. 457 σελ.689). Η αδικοπραξία του εργοδότη τεκμαίρεται εφόσον δεν τηρήθηκαν στην επιχείρηση οι όροι ασφαλείας που προβλέπονται νομοθετικό και όχι οι όροι που επιβάλλονται από την κοινή αντίληψη, την υποχρέωση πρόνοιας και την απαιτούμενη στις συναλλαγές επιμέλεια (ΟΜΠ26/95 ό.π. ΑΠ1819/1999 ΕλλΔνη2000.1012).
Στην προκειμένη περίπτωση ο ενάγων, με την υπό κρίση αγωγή του, εκθέτει ότι προσλήφθηκε από την πρώτη εναγομένη, την 1η. 11.2002, προκειμένου να εργασθεί αρχικό ως βοηθός επιπλοποιού και στη συνέχεια με την ειδικότητα του επιπλοποιού (μονταδόρου) στην βιοτεχνία της επίπλων με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου. Ότι στις 13.5.2004, κατά τη διάρκεια της εργασίας του, έλαβε εντολή από τον δεύτερο εναγόμενο, διαχειριστή της πρώτης εναγομένης και προστηθεντα στην επίβλεψη των εργαζομένων στην βιοτεχνία της,  να   μοντάρει τρία τραπέζια τύπου  (……)  και  να  κατασκευάσει επ αυτών «πατούρες» (αυλάκια). Ότι αν και ξεκίνησε να τις κατασκευάζει με ένα   ηλεκτρικό  χειροκίνητο   μηχάνημα   (ROUTER),   εντούτοις  ο  δεύτερος εναγόμενος του έδωσε εντολή να εκτελέσει τη συγκεκριμένη εργασία με άλλο ξυλουργικό μηχάνημα, ονομαζόμενο «σβούρα», που λειτουργούσε ταχύτερα μεν, πλην όμως αφενός απαιτούσε εξειδικευμένη γνώση και εμπειρία, την οποία αυτός (ο ενάγων) δεν είχε, αφετέρου, και κυριότερα, το εν λόγω μηχάνημα δεν διέθετε τα κατά νόμον (άρθρα 8, 39, 40 και 41 του β.δ της 10.9.1937 και 9 παρ.2.13, 2.14, 2.14,3, 2.14,4 του παρ/τος Ι του Π.Δ 395/1994)   απαραίτητα   προστατευτικά   μέτρα,   δεν   υπήρχαν  δηλαδή   οι απαραίτητοι   προφυλακτήρες,   η   ράβδος-οδηγός   το   ειδικό   πίεστρο,   το προστατευτικό περίβλημα του κινούμενου εργαλείου της μηχανής ούτε ο προστατευτικός δακτύλιος περιμετρικά του κοπτικού εργαλείου της φρέζας και ότι, πέραν τούτων, δεν φρόντισαν οι εναγόμενοι ώστε τα κινούμενα στοιχεία του  παραπάνω ξυλουργικού  μηχανήματος να  μην είναι  προσιτά     ή να αποκλείεται η τυχαία επαφή μαζί τους, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 23 παρ/φοι 2 και 3, 26 και 32 του ν.1568/1985. Ότι εξαιτίας των προαναφερομένων   παραλείψεων   και   της   αμελούς   συμπεριφοράς   των εναγομένων,     κατά     την     εργασία     του     κατασκευής     «πατούρας», εκσφενδονίστηκε το υπό επεξεργασία ξύλο και τον κτύπησε σοβαρά στο αριστερό του χέρι, με αποτέλεσμα να υποστεί ακρωτηριασμό ονυχοφόρου φάλαγγος του μικρού δακτύλου και επιπεπλεγμένα κατάγματα φαλαγγών δείκτου, μέσου, παραμέσου και θλαστικά τραύματα αντίχειρα, υποβαλλόμενος εν    συνεχεία    στις    αναλυτικά    εκτιθέμενες    επεμβάσεις    και    ιατρική παρακολούθηση και καθιστάμενος ανάπηρος μεν σε ποσοστό    25%, πλην όμως   αποστερούμενος   έκτοτε   της   δυνατότητας   να   ασκήσει   ξανά   το χειρωνακτικό επάγγελμα του. Με βάση το ως άνω ιστορικό, ο ενάγων ζητεί να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι ευθυνόμενοι εις ολόκληρον έκαστος να του καταβάλλουν το ποσό των 150.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη εξαιτίας του τραυματισμού του με το νόμιμο τόκο από τον χρόνο του τραυματισμού του (13.5.2004), άλλως από την επίδοση της αγωγής και να καταδικαστούν στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή αρμοδίως καθ’ύλην και κατά τόπον εισάγεται προς συζήτηση στο παρόν Δικαστήριο (άρθρο 664, 16 παρ.2, 663  ΚΠολΔ),  κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών των άρθρων 664-676 ΚΠολΔ και είναι πλήρως ορισμένη (άρθρο 216 ΚΠολΔ), καθόσον στο δικόγραφο της περιγράφεται επαρκώς τόσο η αμέλεια των εναγομένων, συνιστάμενη ειδικότερα στη μη λήψη των αναφερομένων στο δικόγραφο απαιτουμένων και ενδεδειγμένων εκ του νόμου μέτρων ασφαλείας προς προστασία των εργαζομένων στην επιχείρηση τους (ΑΠ  106/2003 ΕλλΔνη 44.971) όσο και η αιτιώδης συνάφεια της με τον ένδικο τραυματισμό του   ενάγοντος,   απορριπτόμενου  του  περί  αοριστίας από  μέρους των εναγομένων ισχυρισμού. Περαιτέρω, η αγωγή είναι νόμιμη και στηρίζεται στις διατάξεις που αναφέρονται στη μείζονα σκέψη και σ’αυτές των άρθρων 914, 922, 932, 71, 297, 298, 299, 330, 481, 648, 346 ΑΚ, ν.551/1915, 907, 908 περ.δ και ε’και 176 ΚΠολΔ. Επίσης το παρεπόμενο αίτημα της αγωγής περί επιδικάσεως τόκων είναι νόμιμο μόνο για τον μετά την επίδοση της αγωγής χρόνο    (αρθρ.346   ΑΚ),    διότι    πρόκειται   για    αποζημίωση    (χρηματική ικανοποίηση) καταβαλλόμενη σε χρήμα, για την οποία οφείλεται τόκος όχι από το χρόνο κατά τον οποίο τελέσθηκε η αδικοπραξία, αλλά μόνο αφότου ο οφειλέτης κατέστη υπερήμερος με δικαστική η εξώδικη όχληση, της οποίας όμως εν προκειμένω δεν γίνεται επίκληση (ΑΠ 286/86 ΕλλΔνη 27.1111). Πρέπει, επομένως, η αγωγή να εξετασθεί περαιτέρω και από ουσιαστική άποψη, καθώς καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου για τη συζήτηση της κρινόμενης αγωγής δεν απαιτείται, αφού αυτή αφορά χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης εξαιτίας εργατικού ατυχήματος, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 15 και 16 του Ν.551/1914, σύμφωνα με τα οποία απαλλάσσονται από το δικαστικό ένσημο οι αξιώσεις του παθόντα από εργατικό ατύχημα είτε βασίζονται στο νόμο 551/1914 είτε στις διατάξεις του κοινού δικαίου (ΟλΑΠ 296/1972 ΕΕργΔ 31.1229, Εφ’ΑΘ 11116/96 ΕλλΔνη 40.396, βλ. Λ. Ντάσιο ο.π.παρ. 461 σελ. 696).
Οι εναγόμενοι, με τις έγγραφες προτάσεις τους αλλά και με δήλωση των^ πληρεξουσίων δικηγόρων τους, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, αρνούνται την υπαιτιότητα τους στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος, ισχυριζόμενοι, μεταξύ άλλων, ότι το ατύχημα που εκτίθεται στην αγωγή οφείλεται στην αποκλειστική υπαιτιότητα του ενάγοντος και επικουρικά σε συνυπαιτιότητά του, κατά ποσοστό 95%, συνισταμένης σε αμέλεια του, τα περιστατικά της οποίας περιγράφονται αναλυτικά στις προτάσεις τους. Ο ως άνω επικουρικά προτεινόμενος ισχυρισμός, ο οποίος συνιστά την εκ της διάταξης του άρθρου 300 ΑΚ ένσταση, παραδεκτά και νόμιμα προτείνεται προς αντίκρουση της ένδικης αγωγής, ενόψει του ότι η διάταξη του άρθρου 16 παρ. 4 του ν.551/1915, κατά την οποία επί εργατικού ατυχήματος το συντρέχον πταίσμα του παθόντος αντιτάσσεται νομίμως μόνο εάν αφορά παραβίαση διατάξεων ή κανονισμών που θέτουν όρους ασφαΚειας στην εργασία, αναφέρεται στην επιδίκαση αποζημίωσης για περιουσιακή ζημία και όχι χρηματικής ικανοποίησης για ηθική βλάβη, όπως εν προκειμένω, λαμβανομένου υπόψη του συντρέχοντος πταίσματος στον καθορισμό του ποσού της χρηματικής ικανοποίησης, ανεξαρτήτως της συνδρομής των προϋποθέσεων της παραπάνω διάταξης (ΟλΑΠ 1115/86 ΕΕΝ 52.433, ΑΠ 1373/02 ΕλλΔνη 44.420). Κατ» ακολουθίαν, η ένσταση αυτή πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ουσίαν.
Από τις διατάξεις των αρθρ. 79, 80 και επ. ΚΠολΔ συνάγεται ότι τόσο η κυρία όσο και η πρόσθετη παρέμβαση δεν αποτελούν αυτοτελή αγωγή, ανεξάρτητη της κυρίας αλλά παρεμπίπτουσα αγωγή, από την οποία δεν γεννιέται νέα δίκη, αλλά διευρύνεται η αρχική υποκειμενικώς (βλ. ΕφΛαρ. 1047/1991 Αρμ.1992.38, ΕφΑΘ 2892/1979 ΝοΒ 1979.992 βλ και Ράμμο Εγχειρίδιο Ι παρ.129. σελ.296-297, Μητσόπουλο, ΝοΒ 1991.332-333). Συνέπεια της έννοιας αυτής είναι ότι με το δικόγραφο της παρέμβασης δεν μπορεί να καταχθεί στη δίκη νέα έννομη σχέση αλλά μόνο ο μεν κυρίως παρεμβαίνων γίνεται αντίδικος αμφοτέρων των αρχικών διαδίκων, με την προβολή δικών του ξεχωριστών αξιώσεων επί του επιδίκου αντικειμένου, ο δε προσθέτως παρεμβαίνων συμμαχεί με τον ένα και γίνεται έτσι αντίδικος μόνο του άλλου . (Μπέης,   Πολιτική   Δικονομία,   υπ’αρθρ.   82, σελ. 448, Μπέης  Δ 3.153,  Ράμμος,  Περί  κυρίας παρεμβάσεως,  παρ.  9,  σελ.  26). Εξάλλου,   από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 34 παρ.2 και   60 παρ. 3 του α.ν. 1846/1951 «περί κοινωνικών Ασφαλίσεων»   προκύπτει ότι απαλλάσσονται όλοι οι εργοδότες σε περίπτωση εργατικού ατυχήματος σε βάρος   προσώπου   που είναι ασφαλισμένο στο ΙΚΑ από κάθε δαπάνη που προκλήθηκε από τη χορήγηση στο μισθωτό παροχών, λόγω του ατυχήματος καθώς και από την αποζημίωση που προβλέπουν οι διατάξεις του β.δ της 24.7.20 για έξοδα νοσηλείας και κηδείας (ΟλΑΠ 1117/1986 ΕλλΔνη 28.112, ΑΠ   1600/2005   δημοσιευμένη   στην  τ.ν.π   «ΝΟΜΟΣ»,   ΕφΑΘ   5021/2003 ΔΕΕ.2004,1040, ΕφΛαρ. 1047/1991 Αρμ.1992.38). Άλλωστε ρητώς η διάταξη του άρθρου 18 παρ.1 ν. 4476/1965 (όπως αυτό συμπληρώθηκε από το άρθρο 18 παρ.1 ν.1654/1986) εξαιρεί από το πεδίο εφαρμογής της περί αυτοδίκαιης μεταβίβασης των αξιώσεων αποζημίωσης του ασφαλισμένου στο ΙΚΑ, τις περιπτώσεις κατά τις οποίες εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 34 παρ.1 και 60 παρ.3 του ΑΝ  1846/1951.  Επομένως, από τις προαναφερόμενες διατάξεις προκύπτει ότι το ΙΚΑ επιβαρύνεται αποκλειστικώς από το ατύχημα και τίποτε δεν θα πάρει καθ’ υποκατάσταση του    ασφαλισμένου  από  τον εργοδότη.   Τότε  μόνο  υποκαθίσταται στις αξιώσεις του παθόντος, όταν το ατύχημα οφείλεται σε δόλο του εργοδότη ή των προσώπων που προοτήθηκαν απ’αυτόν,   οπότε   και   μόνο   ο   ασφαλισμένος  δικαιούται   κατά   επιλογή αποζημιώσεως είτε κατά το κοινό  δίκαιο είτε του ν. 551/1914, σύμφωνα με την ως άνω παρ. 2 του αρθρ. 34 (βλ. Ολ. ΑΠ 1267/76 ΝοΒ 25.895).   Στην προκείμενη  περίπτωση το  ΙΚΑ παρεμβαίνει   κυρίως στη  δίκη αυτή με το από   2.4.2007   (και   με   αριθ.καταθ.3119/2.4.2007)   αυτοτελές   δικόγραφο στρεφόμενο εναντίον μόνο των εναγομένων    της    κύριας    δίκης.    Στην παρέμβαση   αυτή ενώνει     και     αγωγή,   με   την   οποία   επιδιώκει   να υποχρεωθούν με προσωρινά εκτελεστή απόφαση οι καθ’ων η παρέμβαση- εναγόμενοι, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον έκαστος να καταβάλλουν σ’αυτό το αρμοδίως καθορισθέν ποσό των 11.300,68 ευρώ    νομιμοτόκως από    την επίδοση     της     κυρίας     παρέμβασης, το οποίο  αντιστοιχεί σε δαπάνες επιδότησης του παθόντος (ενάγοντος της κύριας αγωγής) από το ΙΚΑ ως ασφαλισμένου σ’αυτό και εξαιτίας του ατυχήματος που περιγράφεται στην περιεχόμενη κύρια αγωγή. Με τέτοιο περιεχόμενο και αίτημα τόσο η κύρια παρέμβαση όσο και η ενωμένη σ’αυτήν αγωγή αποζημιώσεως, είναι μη νόμιμες και απορριπτέες. Ειδικότερα: η κύρια παρέμβαση, πέραν του ότι απαραδέκτως στρέφεται μόνο κατά των εναγομένων της κύριας αγωγής (ΕφΠειρ. 1008/1981 ΕΝΔ 1982.139,140), είναι απορριπτέα, διότι το δια της αγωγής του ΙΚΑ αιτούμενο ποσό δεν περιλαμβάνεται στην, από τον κυρίως ενάγοντα, αιτούμενη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και συνεπώς δεν αποτελεί αντικείμενο της μεταξύ των αρχικών διαδίκων εκκρεμούς δίκης, η δε ενωμένη σ «αυτήν αγωγή αποζημιώσεως είναι επίσης απορριπτέα, διότι ο εργοδότης και οι υπ’ αυτού προοτηθέντες απαλλάσσονται από την υποχρέωση να καταβάλλουν στον παθόντα αποζημίωση την οποία θα όφειλαν με βάση το ν.551/1915 ή το κοινό δίκαιο, εφόσον το ατύχημα δεν οφείλεται σε δόλο του, κατά τα αγωγικώς εκτιθέμενα. Η δικαστική δαπάνη των διαδίκων πρέπει να συμψηφιστεί κατ’άρθρο 179 ΚΠολΔ.
Από την εκτίμηση των καταθέσεων των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, των εγγράφων που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται για να ληφθούν υπόψη είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, περιλαμβανομένων και των προσκομιζομένων μετ’επικλήσεως προανακριτικών καταθέσεων,των ενόρκων βεβαιώσεων που λήφθηκαν μετά από προηγούμενη νόμιμη κλήτευση των αντιδίκων (βλ. προτάσεις εναγομένων) και των φωτογραφιών των οποίων η γνησιότητα δεν αμφισβητείται, καθώς και από τα διδάγματα της κοινής πείρας και τους κανόνες της λογικής που το Δικαστήριο λαμβάνει αυτεπαγγέλτως υπόψη για την αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, αποδεικνύονται κατά την κρίση του Δικαστηρίου τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο ενάγων προσλήφθηκε την (……)από την πρώτη εναγόμενη ε.π.ε με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργαστεί στην επιχείρηση βιοτεχνίας επίπλων της τελευταίας ……… κατ «αρχήν ως βοηθός επιπλοποιού. Στη συνέχεια, από την (……)και μέχρι τις (……), ο ενάγων εργάστηκε στην εναγόμενη ως επιπλοποιός με βασικό παραγωγικό καθήκον τη συναρμολόγηση (μοντάρισμα) ημιέτοιμων προϊόντων ξυλείας, χειριζόμενος μόνο χειροκίνητα εργαλεία όπως ήταν: η υδραυλική και μονταριστική πρέσα καθώς και ο μικρός φαλτσόδισκος (βλ. και το από (……)καθηκοντολόγιο της επιχείρησης ……………… και το από (……) έντυπο « Οδηγία Εργασίας»). Στις (……) και περί ώρα 10:15, ο δεύτερος εναγόμενος γενικός διευθυντής και νόμιμο εκπρόσωπος της εναγομένης, έδωσε εντολή στον ενάγοντα, να συναρμολογήσει τρία τραπέζια τύπου (……), προκειμένου αυτά να παραδοθούν σε πελάτες της τελευταίας. Τούτο αποδεικνύεται από τις ένορκες βεβαιώσεις των αυτόπτων μαρτύρων και εργαζομένων στην επιχείρηση της δεύτερης εναγομένης ……………..πρώτος δε εξ αυτών διευκρινίζει στην ένορκη βεβαίωση του ότι, ως υπεύθυνος του ξυλουργείου της εναγομένης διένειμε τις εντολές για την παραγωγή, οι οποίες προφανώς προέρχονταν από τον δεύτερο εναγόμενο. Σε εκτέλεση των ανωτέρω εντολών, παραδόθηκαν στον ενάγοντα οι τραβέρσες των τραπεζιών χωρία αυλάκια («πατούρες»). Περαιτέρω, σύμφωνα με το προσκομιζόμενο μετ1 επικλήσεως από (……) καθηκοντολόγιο της επιχείρησης της εναγομένης, ο ενάγων όφειλε να διαμορφώσει αυλάκια στις τραβέρσες με τη χρήση ηλεκτροκίνητου φορητού εργαλείου κατασκευής αυλακιών (ROUTER) και όχι με τη χρήση του μηχανοκίνητου ξυλουργικού εργαλείου «σβούρα», με του οποίου τη χρήση είχαν επιφορτιστεί οι χειριστές ξυλουργείου-μηχανοξυλουργοί της επιχείρησης της εναγομένης/……….. και  οι  αντικαταστατές αυτού ……………..  και……………. Τούτο, διότι η πολυπλοκότητα της χρήσης του συγκεκριμένου κοπτικού εργαλείου, ενείχε δυσκολίες που απαιτούσαν εμπειρία και γνώσεις μηχανοξυλουργού και όχι βοηθού επιπλοποιού – όπως ήταν ο ενάγων – σ’ότι αφορά τόσο τον τρόπο λειτουργίας του γενικότερα, όσο και στην εφαρμογή συγκεκριμένων συστημάτων ασφαλείας κατά τη λειτουργία του. Τις αμέσως προδιαλαμβανόμενες παραδοχές ενισχύει, άλλωστε με την κατάθεση του και ο μάρτυρας που εξετάστηκε στο ακροατήριο κατόπιν προτάσεως του ενάγοντος, ο οποίος ως επιπλοποιός κατέθεσε ότι είχε απασχολήσει τον τελευταίο στο ξυλουργείο του μέχρι το έτος 1998. Ο εν λόγω, μάλιστα, μάρτυρας επιβεβαιώνει, την έλλειψη, ουσιαστικά, επαρκούς πείρας και γνώσης στο πρόσωπο του ενάγοντος για τον χειρισμό της σβούρας καθόσον τον είχε απασχολήσει στην επιχείρηση του, επίσης με την ιδιότητα του βοηθού επιπλοποιού και όχι ως μηχανοξυλουργό, καταθέτοντας ότι σε αραιά χρονικά διαστήματα (μία φορά ανά 10-15 ημέρες) ανέθετε μεν σ’αυτόν (ενάγοντα) το χειρισμό της σβούρας πλην όμως πάντα υπό την άμεση επιτήρηση του. Εξάλλου σύμφωνα με τον πλέον συνηθισμένο, ορθολογικό και ασφαλή τρόπο παραγωγής τραπεζιών, η συναρμολόγηση του συγκεκριμένου επίπλου προηγείται της διαμόρφωσης αυλακιών στις τραβέρσες με το προαναφερόμενο ηλεκτροκίνητο φορητό εργαλείο (ROUTER), όπως κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και της Ειρηνοδίκη Καλλιθέας οι μηχανοξυλουργοί της επιχείρησης της εναγομένης …………., χωρίς να αντικρουστούν από κάποιο άλλο αποδεικτικό μέσο. Ωστόσο, σύμφωνα με τις επίσης μη αντικρουόμενες από άλλα αποδεικτικά μέσα, ένορκες βεβαιώσεις των ανωτέρω αυτόπτων μαρτύρων και συναδέλφων του ενάγοντος στην επιχείρηση της εναγομένης …………….. ο ενάγων εξεδήλωσε την πρόθεση
του ενώπιον τόσο των ανωτέρω προσώπων όσο και του δευτέρου
εναγόμενου, να αφήσει τον πάγκο του στο «μοντάρισμα» και να δουλέψει,
παρά την έλλειψη εμπειρίας του, στον χώρο της σβούρας στον πάγκο με τα
εργαλεία για να διαμορφώσει τα αυλάκια (πατούρες) στα αμοντάριοτα
τραπέζια, δηλαδή κατά τη μη τεχνικά ενδεδειγμένη μέθοδο παραγωγής Τότε
ο δεύτερος εναγόμενος τον απέτρεψε και του έδωσε εντολή να επιστρέψει στον πάγκο εργασίας του και αφού συναρμολογήσει πρώτα τα έπιπλα, στη συνέχεια να διανοίξει τις «πατούρες» με το φορητό εργαλείο ROUTER στις τραβέρσες. Παρά την εντολή αυτή και αμέσως μετά την αποχώρηση του δευτέρου εναγομένου από τον χώρο εργασίας του ξυλουργείου, ο ενάγων, ο οποίος σημειωτέον μέχρι τότε ουδέποτε είχε χρησιμοποιήσει τη σβούρα στο ξυλουργείο των εναγομένων,  ανέλαβε την αυθαίρετη,  υπό τις ανωτέρω συνθήκες, πρωτοβουλία να χρησιμοποιήσει το εν λόγω ξυλουργικό μηχάνημα για διαμόρφωση «πατούρας» σε τραβέρσα τραπεζιού, χωρίς την ύπαρξη των ενδεδειγμένων  συστημάτων  ασφαλείας (βλ.  την ………. έκθεση έρευνας του αρμοδίου ελεγκτή του Υποκ/τος ΙΚΑ Καμινιών)………. Στην   προσπάθεια   του   δε   να   διαμορφώσει   «πατούρα», τοποθέτησε, εξαιτίας της απειρίας του, τεμάχιο του προς διαμόρφωση ξύλου (μήκους 1,70 εκ., πλάτους 4,5 εκ. και ύψους 7 εκ. περίπου) εφαπτόμενο με τον κοπτικό μηχανισμό της σβούρας κατά το πλάτος αυτού με φορά, όμως, αντίθετη με τη φορά εργασίας ( στη φορά που γύριζε το κοπτικό εργαλείο), όπως αποδεικνύεται από τις συγκλίνουσες ως προς την τοποθέτηση του ξύλου ……………εκθέσεις έρευνας του αρμόδιου ελεγκτή του ΙΚΑ και αυτοψίας του αρμόδιου Τεχνικού Επιθεωρητή του ΣΕΠΕ Πειραιά και Νοτίου Αιγαίου αντίστοιχα, με αποτέλεσμα αυτό να τιναχτεί προς το μέρος του και να τον τραυματίσει σοβαρά στο αριστερό του χέρι,   υφιστάμενος   ακρωτηριασμό   ονυχοφόρου   φάλαγγος   του   μικρού δακτύλου, επιπλεγμένα κατάγματα φαλαγγών δείκτου, μέσου παραμέσου και θλαστικά τραύματα αντίστοιχα. Πρέπει, σ’αυτό το σημείο να τονιστεί ότι η συγκεκριμένη μηχανή κατεργασίας ξύλου και μορφοποίησης, επονομαζόμενη και ως «ξυλουργική σβούρα» κατασκευασθείσα από τον ιταλικό οίκο SUERI μοντέλο TS110 έφερε τα ακόλουθα κύρια συστήματα ασφαλείας: α) οδηγό-προφυλακτήρα κοπτικού εργαλείου και β) μόνιμα τοποθετημένο προωθητήρα ξύλου  στην άκρη  της πλάκας εργασίας του  και  όπισθεν του  οδηγού-προφυλακτήρα. Συγκεκριμένα ο προωθητήρας (φέρον τρία αυτοκινούμενα ελαστικά ράουλα), τοποθετημένος έμπροσθεν του κοπτικού εργαλείου της ξυλουργικής σβούρας όχι   μόνο  προστατεύει   πλήρως τον χειριστή  από ενδεχόμενη πρόσβαση των χεριών του στο τοποθετημένο κοπτικό εργαλείο κατεργασίας του ξύλου, αλλά εξασφαλίζει την ομοιόμορφη και σταθερή κίνηση του προς διαμόρφωση ξύλου, την αδυναμία οπισθοδρόμησης του κατά την αντίθετη φορά καθώς και την ενδεδειγμένη πίεση του αντικειμένου στην πλάκα εργασίας της μηχανής. Περαιτέρω, σε περίπτωση που ο τεχνίτης-χειριστής δεν επιθυμεί λόγω ειδικής ξυλουργικής επεξεργασίας να κάνει χρήση του προαναφερθέντος προωθητήρα, η ένδικη «σβούρα» φέρει πλέον του ξύλινου οδηγού και της ξύλινης καλύπτρας (προφυλακτήρα) του κοπτικού εργαλείου, πρόσθετους μεταλλικούς ατσάλινους ελατηριωτούς οδηγούς που τοποθετούνται   στην επιφάνεια εργασίας της «σβούρας» με την κατάλληλη κλίση, ώστε αφενός να δημιουργούν την κατάλληλη πίεση στο ξύλο, στο σημείο   του   κοπτικού   εργαλείου,   αφετέρου   να   μην   επιτρέπουν   την οπισθοδρόμηση του κατά την αντίθετη φορά από την κοπή και διαμόρφωση του. Επομένως, σε περίπτωση μη χρήσης του προωθητήρα – η οποία από μόνη της παρέχει εξαιρετική ασφάλεια – κατά την ξυλουργική κατεργασία, η χρήση του οδηγού της ξύλινης καλύπτρας και των πρόσθετων ελατηριωτών οδηγών εξασφαλίζει την προστασία των άκρων του χειριστή. Ωστόσο, σε κάθε περίπτωση, η λειτουργικότητα των άνω προστατευτικών μέτρων, εξαρτάται αυτονόητα από τη χρήση τους αλλά και από τον χειρισμό του ενδίκου ξυλουργικού μηχανήματος από έμπειρο χειριστή. Τα ανωτέρω προκύπτουν από τα προσκομιζόμενα εγχειρίδια οδηγιών χρήσης του εν λόγω κοπτικού εργαλείου   και   του   αυτόματου   προωθητήρα   τύπου   STEFF,   όπως   το ,ενδιαφέρον το Δικαστήριο, περιεχόμενο των οποίων αναλύεται  χωρίς ειδική αμφισβήτηση και επισταμένως τόσο στην    προγενέστερη του ατυχήματος (από   το   έτος   2003)   μελέτη   εκτίμησης  επαγγελματικού   κινδύνου   του ηλεκτρολόγου- μηχανικού και τεχνικού ασφαλείας της εναγομένης ΝΛ  όσο  και  από το  18.1.2005 τεχνικό  υπόμνημα του  μηχανολόγου-μηχανικού ΔΚ Αποδεικνύεται, όμως, ότι κατά το χρόνο που συνέβει το ένδικο ατύχημα, όχι μόνο δεν υπήρχε πάνω από το τραπέζι της ξυλουργικής σβούρας ο ως άνω προωθητήρας, αλλά η τελευταία δεν έφερε ούτε τους στοιχειωδώς, για την ασφαλή λειτουργία της, απαραίτητους ξύλινους προφυλακτήρες, οι οποίοι έπρεπε να είναι στερεωμένοι στους οδηγούς της σβούρας, εξέλειπαν δε και οι μεταλλικοί ελατηριωτοΐ οδηγοί οι οποίοι συγκρατούν το ξύλο στην επιφάνεια εργασίας τη τράπεζας και δεν το αφήνουν να κινηθεί προς την αντίθετη από τη φορά εργασίας. Τα όσα περί του αντιθέτου κατέθεσε ο μηχανοξυλουργός της εναγομένης ………… ότι δηλαδή ως αμέσως προηγούμενος χειριστής της σβούρας είχε αφήσει λίγη ώρα πριν από το ατύχημα το συγκεκριμένο εργαλείο ρυθμισμένο με τις ρηθείσες προφυλακτικές διατάξεις (προωθητήρα-προφυλακτήρα), επιβεβαιώνονται μεν από μεγάλο μέρος των συναδέλφων του, ήτοι από τους ……….. οι οποίοι όμως δεν ήταν αυτόπτες μάρτυρες στο περιστατικό, αντικρούονται, όμως πειστικά κατά την κρίση του Δικαστηρίου αφενός από τον εργαζόμενο πλησίον του πάγκου που έπρεπε να βρίσκεται ο ενάγων, συνάδελφο του ΓΑ, ο οποίος βεβαίωσε ενόρκως ότι ο ενάγων «…δεν έβαλε τον προφυλακτήρα και τον προωθητήρα που υπήρχαν και έπρεπε να βάλει στη σβούρα και χτύπησε», αφετέρου από τις παραδοχές των ιδίων των εναγομένων, περί έλλειψης γνώσης και εμπειρίας του ενάγοντος στον χειρισμό της σβούρας, καθόσον, όντας αδαής και άπειρος δεν συνάδει με τους κανόνες της λογικής και τα διδάγματα της κοινής πείρας, να θέλησε και να μπόρεσε ο ενάγων να βγάλει τις ξυλόβιδες με τις οποίες στερεώνονταν οι τυχόν ξύλινοι προφυλακτήρες στους οδηγούς της «σβούρας», ούτε να αφαιρέσει τους τυχόν υπάρχοντες μεταλλικούς ελατηριωτούς οδηγούς, χωρίς περαιτέρω να γίνει αντιληπτός από τους λοιπούς εργαζόμενους στο ξυλουργείο, τη στιγμή μάλιστα που είχε προηγηθεί η ανωτέρω παρατήρηση του δευτέρου εκ των εναγομένων, ενώπιον κάποιων εκ των συναδέλφων του. Εάν υπήρχαν οι εν λόγω προστατευτικές διατάξεις στη σβούρα πριν τη χρησιμοποιήσει ο ενάγων και είχαν προηγουμένως ληφθεί εκ μέρους των εναγομένων όλα τα αναγκαία μέσα (όπως η ανάρτηση σχετικών εγγράφων οδηγιών)’ώστε οι εργαζόμενοι στο ξυλουργείο, μεταξύ των οποίων και ο ενάγων, να έχουν στη διάθεση τους επαρκείς και κατανοητές πληροφορίες σχετικά με τις   συνθήκες ασφαλούς χρήσης της «σβούρας» θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί το επίδικο ατύχημα. Η επίκληση δε από τους εναγόμενους της προγενέστερης του ατυχήματος καταγραφής  των  εργασιακών   κινδύνων  στην  επιχείρηση  τους  και   της συνακόλουθης ενημέρωσης των εργαζομένων γι αυτούς (τους κινδύνους) και τα μέτρα προστασίας που πρέπει να λαμβάνονται για την αντιμετώπιση τους, καθώς και η κατά ISO 9001:2000 πιστοποίηση της πρώτης εναγόμενης, ουδέν αποδεικνύουν  για  την  συγκεκριμένη   ενημέρωση  των  εργαζομένων,   και ειδικότερα του ενάγοντος, ως προς τους κινδύνους που επιφύλασσε η χρήση του επίμαχου κοπτικού εργαλείου (σβούρας) χωρίς τη λήψη των κατάλληλων προστατευτικών μέτρων. Ως εκ τούτου, καθίσταται σαφές το μερίδιο της υπαιτιότητας των εναγομένων στην επέλευση του ενδίκου  ατυχήματος, συνιστάμενο  στην επιδεικνύουσα  από τον εκπροσωπούντα την  πρώτη, δεύτερο εξ αυτών, αμέλεια, δηλαδή στην έλλειψη προσοχής που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει ο τελευταίος, ως γενικός διευθυντής της εναγομένης, για να τηρήσει, είτε απευθείας με δική του πρωτοβουλία είτε, κατόπιν σχετικών   εντολών  του   δια   του   προοτηθέντος  από  αυτόν   υπευθύνου παραγωγής ΙΚ, τους αμέσως προαναφερόμενους κανόνες ασφαλείας,  κατά την έστω και αυθαίρετη, λειτουργία του μηχανήματος «σβούρας» από τον ενάγοντα, συμμορφούμενος με τις διατάξεις των άρθρων 8, 39 και 40 του ΒΔ της 10.9.1937 «περί ασφαλείας των εργαζομένων στα ξυλουργικά εργοστάσια», 6, 9 παρ/φοι 2.13, 2.14, 2.14.3, 2.14.4   του Π.Δ 395/1994 όπως τροποποιήθηκε με το Π.Δ 89/1999 και 23 παρ/φοι 2 και 3 του ν.1568/1985.
Υπό τα εκτιθέμενα, υπαίτιοι του ατυχήματος είναι οι εναγόμενοι κατά ποσοστό 20%, γιατί κατά το υπόλοιπο 80% είναι συνυπαίτιος και ο ενάγων (κατά παραδοχή σχετικής ενστάσεως των εναγομένων), καθόσον, όπως αποδείχθηκε, επιχείρησε να διενεργήσει ξυλουργική εργασία, που αφενός δεν προβλεπόταν στα καθήκοντα του, αφετέρου δεν διέθετε την απαιτούμενη γνώση και εμπειρία για αυτήν, ενεργώντας, έτσι, κατά παράβαση της υποχρέωσης του να  εφαρμόσει τους προσήκοντες κανόνες υγιεινής και ασφαλείας για το πρόσωπο του και μη συμμορφούμενος με τις συστάσεις του εργοδότη του (δευτέρου εκ των εναγομένων), να περαιώσει την ανατεθείσα ξυλουργική     εργασία  της συναρμολόγησης των τραπεζιών  στον  πάγκο εργασίας του με το ROUTER, με συνέπεια να χρησιμοποιήσει λανθασμένα τη «σβούρα» και επιπλέον χωρίς τους προσήκοντες μηχανισμούς ασφαλείας και να επέλθει το επιζήμιο για την υγεία του ιδίου αποτέλεσμα. Περαιτέρω     αποδεικνύεται     από     τη     σειρά     των     προσκομιζομένων (μετ’επικλήσεως) εγγράφων ιατρικών γνωματεύσεων του Νοσοκομείου ΚΑΤ, στο οποίο ο ενάγων νοσηλεύτηκε αμέσως μετά τον ανωτέρω τραυματισμό του,  όπου  και   υποβλήθηκε σε  ανάταση-οοτεοσύνθεση  με  K-Wires  και συρραφή των μαλακών μορίων, ότι για την αντιμετώπιση του τραυματισμού του, ο τελευταίος επί δύο και πλέον έτη ακολουθούσε εντατικό πρόγραμμα φυσικοθεραπείας,  υποβαλλόμενος σε χειρουργικές θεραπείες στον μέσο, παραμέσο και στον δείκτη του αριστερού χεριού του και ότι κρίθηκε με την από (……) γνωστοποίηση γνωμάτευσης Α/θμιας Υγ/κής Επιτροπής του Περ/κού Υποκ/τος Συντάξεων ΙΚΑ-ΕΤΑΜ ανάπηρος σε ποσοστό 25% από τις (……)μέχρι τις (……), όχι όμως και μόνιμα ανίκανος για κάθε χειρωνακτική εργασία που απαιτεί χρήση του τραυματισθέντος αριστερού του χεριού. Ως δεδομένη, εξάλλου, διαγνώστηκε η αναγκαιότητα μελλοντικών αισθητικών επεμβάσεων επί των μετεγχειρητικών ουλών στο χέρι αυτό. Με βάση όλα τα ανωτέρω, το δικαστήριο κρίνει ότι ο ενάγων ηλικίας, κατά το χρόνο του ατυχήματος, 28 ετών, δοκίμασε θλίψη και στενοχώρια εξαιτίας του τραυματισμού του και της μετέπειτα χειρουργικής αντιμετώπισης του, προς αποκατάσταση της οποίας με βάση τις συνθήκες του ατυχήματος, την υπαιτιότητα των εναγομένων, τη σημαντική συνυπαιτιότητα του ιδίου, το μέγεθος των σωματικών του βλαβών και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών, πρέπει να του επιδικαστεί το εύλογο και δίκαιο ποσό των 10.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Ενόψει όσων προεκτέθηκαν πρέπει η αγωγή να γίνει εν μέρει δεκτή ως κατ ουσία βάσιμη και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον έκαστος να καταβάλουν στον ενάγοντα το ποσό των 10.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από το ανωτέρω εργατικό ατύχημα, που οφείλεται στην μη τήρηση των προδιαλαμβανομένων όρων ασφαλείας από τους εναγόμενους. Η απόφαση πρέπει να κηρυχθεί εν μέρει προσωρινά εκτελεστή για το ποσό των 5.000 ευρώ, καθόσον κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η καθυστέρηση στην εκτέλεση της κατά το ποσό αυτό είναι δυνατόν να προκαλέσει σημαντική ζημία στον ενάγοντα. Τέλος οι εναγόμενοι πρέπει να καταδικαστούν να πληρώσουν τμήμα των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος κατά το μέρος που νικήθηκαν (άρθρο 178, 180 ΚΠολΔ), σύμφωνα με όσα αναλυτικώς ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ  αντιμωλία των διαδίκων τις με αριθμό  καταθέσεως:  α) (……) αγωγή και β) (……) κύρια παρέμβαση. ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την κύρια παρέμβαση. ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ότι κρίθηκε στο σκεπτικό ως απορριπτέο ως προς την κύρια αγωγή.
ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αγωγή.
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ τους εναγόμενους να καταβάλλουν, ευθυνόμενοι εις ολοκληρον έκαστος, στον ενάγοντα το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση. ΚΗΡΥΣΣΕΙ την απόφαση εν μέρει προσωρινά εκτελεστή για το ποσό των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους εναγόμενους στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος τα οποία ορίζει στο ποσό των τετρακοσίων (400) ευρώ.