Θανατηφόρο Τροχαίο- Συνυπαιτιότητα θανατωθείσης πεζής- Προσδιορισμός ποσού χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης- 914, 297, 298, 330, 345, 346, 932 ΑΚ 10 Ν. 489/1976, 907, 908, 70 και 176 Κ.Πολ.Δ.
*
Δικαστές: Φώτιος Μουζάκης, Πρωτοδίκης.
Δικηγόρος του γραφείου μας: Αικατερίνη Ρόκα, Κυριάκος Μακαρώνας.
* * * * *
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες, από 15.11.2004 (αύξ. αριθμ. κατάθ. 8536/2004) και από 23.11.2004 αύξ. αριθμ. κατάθ. 8705/2004), αγωγές, πρέπει να συνεκδικασθούν, λόγω της συνάφειας τους, αφού αφορούν στο ίδιο αυτοκινητικό ατύχημα, δικάζονται με την ίδια διαδικασία και με τον τρόπο αυτό διευκολύνεται και επιταχύνεται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η διεξαγωγή της δίκης και επιπλέον επέρχεται μείωση των εξόδων (άρθ. 246 Κ.Πολ.Δ. σε συνδυασμό με 591 του ιδίου Κώδικα).
Με την πρώτη από τις κρινόμενες αγωγές, η ενάγουσα εκθέτει ότι ο πρώτος εναγόμενος (ως προς τον οποίο, όμως, δεν εισήχθη η υπόθεση προς εκδίκαση, κατόπιν δηλώσεως του πληρεξουσίου δικηγόρου της ενάγουσας, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά), οδηγώντας το αυτοκίνητο που ανήκε στην ιδιοκτησία του και ήταν ασφαλισμένο για τις προς τρίτους ζημίες στην (δεύτερη) εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, προκάλεσε, από υπαιτιότητά του και κάτω από τις συνθήκες που περιγράφονται στην αγωγή, τον θανάσιμο τραυματισμό της αδελφής της ΤΚ. Ζητεί δε, με βάση τα ανωτέρω, να υποχρεωθεί η (δεύτερη) εναγόμενη να της καταβάλει (όπως μετέτρεψε το αίτημα της αγωγής της σε εν μέρει αναγνωριστικό, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της που καταχωρήθηκε στα πρακτικά και με τις νομίμως κατατεθείσες προτάσεις της), προς χρηματική της ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, το ποσό των 45.000 ευρώ, προς χρηματική της ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, καθώς και να αναγνωρισθεί πως για την ίδια αιτία της οφείλεται το ποσό των, επιπλέον, 45.000 ευρώ, με τους νόμιμους τόκους από της επιδόσεως της αγωγής μέχρι εξοφλήσεως. Ζητεί επίσης να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστεί η (δεύτερη) εναγόμενη στη δικαστική της δαπάνη.
Η αγωγή, αρμοδίως εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου κατά την ειδική διαδικασία που προβλέπουν οι διατάξεις των άρθρων 666, 667, 670 έως 676 και 681Α΄ του Κ.Πολ.Δ. και είναι νόμιμη. Στηρίζεται στις διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298, 330 εδ. β΄, 345, 346, 932 του Α.Κ., 10 του Ν. 489/1976, 907, 908, 70 και 176 του Κ.Πολ.Δ.. Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν, δεδομένου ότι για το καταψηφιστικό σκέλος του αντικειμένου της έχει καταβληθεί το ανάλογο τέλος δικαστικού ενσήμου με τις νόμιμες προσαυξήσεις (βλπ. το με αρ. 10587299 διπλότυπο είσπραξης της Δ.Ο.Υ. ΙΘ΄ Αθηνών, το με αρ. 2690/2005 γραμμάτιο είσπραξης του Τ.Π.Δ.Α. και το με αρ. 510108 δικαστικό ένσημο του Τ.Ν.).
Εξάλλου, με την δεύτερη από τις κρινόμενες αγωγές, οι ενάγοντες εκθέτουν ότι, ο πρώτος εναγόμενος, οδηγώντας το αυτοκίνητο που ανήκε στην ιδιοκτησία του και ήταν ασφαλισμένο για τις προς τρίτους ζημίες στην δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, προκάλεσε, από υπαιτιότητά του και κάτω από τις συνθήκες που περιγράφονται στην αγωγή, τον θανάσιμο τραυματισμό της μητέρας των δύο πρώτων από αυτούς και γιαγιάς των υπολοίπων. Ζητούν δε, με βάση τα ανωτέρω, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, εις ολόκληρον έκαστος, να τους καταβάλουν στον καθένα τους (όπως μετέτρεψαν το αίτημα της αγωγής τους σε εν μέρει αναγνωριστικό, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους που καταχωρήθηκε στα πρακτικά και με τις νομίμως κατατεθείσες προτάσεις τους), προς χρηματική τους ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, το ποσό των 5.000 ευρώ, προς χρηματική της ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, επιπλέον δε να καταβάλουν στην πρώτη από αυτούς το ποσό των 4.250 ευρώ, προς αποζημίωση της, για τα καταβληθέντα από αυτήν έξοδα κηδείας της αποβιωσάσης μητέρας της, καθώς και να αναγνωρισθεί πως, για χρηματική τους ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, οφείλεται στον καθένα από τους δύο πρώτους από αυτούς το ποσό των, επιπλέον, 45.000 ευρώ και στον καθένα από τους λοιπούς ενάγοντες το ποσό των 35.000 ευρώ, με τους νόμιμους τόκους από της επιδόσεως της αγωγής μέχρι εξοφλήσεως. Ζητούν, επίσης, να κηρυχθεί η απόφαση, κατά το καταψηφιστικό της σκέλος, προσωρινά εκτελεστή και να απαγγελθεί κατά του πρώτου εναγομένου προσωπική κράτηση, ως μέσον αναγκαστικής εκτελέσεως της εκδοθησομένης αποφάσεως, τέλος δε να καταδικαστούν οι εναγόμενοι στη δικαστική τους δαπάνη.
Η αγωγή, αρμοδίως εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου κατά την ειδική διαδικασία που προβλέπουν οι διατάξεις των άρθρων 666, 667, 670 έως 676 και 681Α΄ του Κ.Πολ.Δ. και είναι νόμιμη. Στηρίζεται στις διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298, 330 εδ. β΄, 345, 346, 481 επ. 926, 928, 932 του Α.Κ., 10 του Ν. 489/1976, 907, 908, 1047, 70 και 176 του Κ.Πολ.Δ.. Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν, δεδομένου ότι για το καταψηφιστικό σκέλος του αντικειμένου της έχει καταβληθεί το ανάλογο τέλος δικαστικού ενσήμου με τις νόμιμες προσαυξήσεις (βλπ. το με αρ. 10587808 διπλότυπο είσπραξης της Δ.Ο.Υ. ΙΘ΄ Αθηνών και τα επικολλημένα σ’ αυτό ένσημα του Τ.Π.Δ.Α. και το με αρ. 510124 δικαστικό ένσημο του Τ.Ν.).
Από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης της μάρτυρα αποδείξεως της πρώτης από τις συνεκδικαζόμενες αγωγές και της ανωμοτί εξέτασης της πρώτης ενάγουσας της δεύτερης από τις συνεκδικαζόμενες αγωγές, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, των υπ’ αριθμ. 8943/10.05.2005 και 8966/16.05.2005 ένορκων βεβαιώσεων των μαρτύρων ΑΚ και ΗΜ, αντίστοιχα, που δόθηκαν, κατόπιν προηγούμενης νομότυπης κλήτευσης των εναγομένων από τους ενάγοντες (βλπ. υπ’ αριθμ. 2284Δ΄ και 2285Δ΄/05.05.2005 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ΣΡ, καθώς και τα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του παρόντος Δικαστηρίου), ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών και των εγγράφων που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται, μεταξύ των οποίων οι προανακριτικές καταθέσεις και τα λοιπά έγγραφα της σχετικής ποινικής δικογραφίας (που λαμβάνονται υπόψη προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων) αποδεικνύονται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Την 7 Ιουνίου 2004 και περί ώρα 05:45 π.μ. το υπ’ αρ. ΥΥΖ 6409 Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο που ανήκε κατά κυριότητα στον πρώτο εναγόμενο και ήταν ασφαλισμένο στη δεύτερη εναγόμενη με έγκυρη σύμβαση ασφαλίσεως, οδηγούμενο από τον ίδιο εκινείτο, με μεγαλύτερη από την επιτρεπόμενη των 50 χλμ./ώρα, στο συγκεκριμένο σημείο, ταχύτητα επί της Λεωφόρου (……)στο ρεύμα με κατεύθυνση από τη (……) προς την (……) στο ύψος του (……). Την ίδια χρονική στιγμή η ΤΚ, με αφετηρία το πεζοδρόμιο του ιδίου ρεύματος κυκλοφορίας και με κατεύθυνση από δεξιά προς αριστερά σε σχέση με το ως ανωτέρω όχημα διέσχιζε καθέτως, εκτός διατάσεων πεζών, το οδόστρωμα για να κατευθυνθεί στην έναντι πλευρά της λεωφόρου. Πλην – όμως – την προαναφερθείσα πορεία της ξεκίνησε έχοντας κόκκινο φως σηματοδότη, δεδομένου ότι, λόγω της αραιής κυκλοφορίας, θεώρησε ότι θα προλάβαινε να διέλθει.
Αποτέλεσμα των προαναφερθεισών (ως κατωτέρω εξειδικεύονται) πλημμελειών του οδηγού του ζημιογόνου οχήματος και της πεζής, ήταν να χτυπηθεί σφοδρότατα αυτή από το εμπρόσθιο τμήμα του ως άνω οχήματος, να τραυματιστεί σοβαρά και μετά τη διακομιδή της στο νοσοκομείο κατέληξε, λόγω του βαρύτατου τραυματισμού της, στις 19.06.2004. η νεκροψία που διενεργήθηκε έδειξε βαρύτατες κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις που προκάλεσαν το θάνατο, ήτοι αιμορραγική διήθηση μαλακών μορίων μετωπιαίας, βρεγματικών, κροταφικών και ινιακής χωρών, ρωγμώδες κάταγμα μέσου βόθρου της βάσεως αριστερά εκτεταμένα υποσκληρίδια αιματώματα αμφοτέρων των κροταφικών χωρών (βλπ. σχετικά προσκομιζόμενη ιατροδικαστική έκθεση).
Όπως αποδεικνύεται από το σχεδιάγραμμα του τόπου του ατυχήματος που συνέταξαν οι υπάλληλοι του τμήματος της Τροχαίας Ελληνικού η πεζή είχε ήδη διασχίσει τις δύο από τις τρεις λωρίδες κυκλοφορίας του οδοστρώματος και βρίσκονταν στην αρχή της τρίτης από αυτές προς την διαχωριστική νησίδα την ώρα που την παρέσυρε το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος, ο οποίο όμως, αν και εκινείτο με πράσινο φως σηματοδότη, λόγω της υπερβολικής ταχύτητας που είχε αναπτύξει (εκινείτο τουλάχιστον με 60 χλμ. την ώρα σε μια περιοχή με όριο ταχύτητας 50 χλμ. την ώρα) και μολονότι την τελευταία στιγμή τροχοπέδησε, όπως φαίνεται από τα μήκους 18 μέτρων έντονα ίχνη τροχοπέδησης που διαπιστώθηκαν από την Υπηρεσία Τροχαίας, δεν κατάφερε να αποφύγει την πρόσκρουσή του επί του σώματος της πεζής, με το προαναφερθέν αποτέλεσμα (θανάσιμο τραυματισμό της). Ειδικότερα, αυτό συνέβη, επειδή ο οδηγός του ως άνω οχήματος δεν είχε όσο θα έπρεπε τεταμένη την προσοχή του και δεν οδηγούσε με την απαιτούμενη σύνεση και επιμέλεια για τις συνθήκες της εν λόγω οδού, είχε δε, κατά τα ανωτέρω, ταχύτητα μεγαλύτερη της επιτρεπόμενης των 50 χιλιομέτρων ανά ώρα για κατοικημένη περιοχή (όπως είναι στο συγκεκριμένο σημείο), που εκτιμήθηκε (σε τουλάχιστον 60 χλμ./ώρα, όπως τεκμαίρεται από το ότι, ενώ δεν υπήρχε περιορισμός στην ορατότητά του, λόγω αραιής κυκλοφορίας κατά τον χρόνο του ατυχήματος δεν είδε από την αρχή την κάθοδο της ως άνω πεζής στο οδόστρωμα – παρά το γεγονός ότι είχε τουλάχιστον 100 μέτρων ορατότητα πριν από το σημείο που εκείνη διέσχιζε καθέτως την οδό – αλλά μόνο αφού ευρίσκετο αυτή στο μέσον της οδού, με αποτέλεσμα, παρά το γεγονός ότι, έστω και καθυστερημένα, τροχοπέδησε το όχημα του και έκανε ελιγμό προς τα αριστερά, να την παρασύρει με το εμπρόσθιο τμήμα του οχήματος του και να της προκαλέσει βαρύτατες κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις, από τις οποίες, ως μόνης ενεργού αιτίας, επήλθε ο θάνατος της μετά από λίγες ημέρες (19.06.2004). Από τις προαναφερόμενες συνθήκες του ατυχήματος προκύπτει ότι αυτό οφείλεται στη συντρέχουσα αμέλεια τόσο του οδηγού πρώτου εναγομένου όσο και της ανωτέρω πεζής. Ειδικότερα, η αμέλεια του οδηγού πρώτου εναγομένου συνίσταται στο ότι, ενώ η ορατότητα του δεν περιοριζόταν λόγω αραιής κυκλοφορίας (κρίνεται ότι δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι η αποβιώσασα διήλθε έμπροσθεν προσωρινά διακόψαντα την πορεία του, στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, αφού, σε αυτή την περίπτωση, θα ανεζητείτο, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ο οδηγός του και θα δηλωνόταν ως αυτόπτης μάρτυρας), δεν αντελήφθη την πεζή αμέσως μετά την κάθοδό της στο οδόστρωμα, αλλά ενώ ευρίσκετο ήδη στο μέσον περίπου της οδού, λόγω της μεγαλύτερης από την επιτρεπόμενη, αλλά και για τις συνθήκες της οδού ταχύτητα, από τα οποία συνάγεται ότι δεν οδηγούσε με την απαιτούμενη σύνεση και προσοχή. Ποσοστό συνυπαιτιότητας, όμως και μάλιστα αυξημένο, στην πρόκληση του επιδίκου ατυχήματος, βαρύνει και την παραπάνω πεζή, η οποία επεχείρησε να διασχίσει κάθετα το παραπάνω οδόστρωμα, εκτός διαβάσεως πεζών, χωρίς προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι μπορεί να πράξει τούτο μη παρεμποδίζοντας την κυκλοφορία των οχημάτων που εκινούντο σ’ αυτό (άρθ. 38 του Κ.Ο.Κ). Η βαρύνουσα αυτήν συνυπαιτιότητα ανέρχεται σε ποσοστό 60%,διότι πέραν του ότι κρίνεται ότι παρέβη την ως άνω διάταξη του Κ.Ο.Κ. (αφ’ εαυτών οι παραβάσεις του Κ.Ο.Κ. δεν στοιχειοθετούν υπαιτιότητα ή συνυπαιτιότητα στο ατύχημα) επιπλέον θα όφειλε να είναι περισσότερο προσεκτική κατά την κάθοδό της – εκτός διαβάσεων πεζών – στο οδόστρωμα, αφού ήδη, όπως τεκμαίρεται από τον μη περιορισμό της ορατότητας, είχε από απόσταση εμφανισθεί το ζημιογόνο όχημα και, προφανώς, δεν εκτίμησε την ταχύτητά του, σε συνδυασμό με το ότι στη συγκεκριμένη περιοχή είναι γνωστό τοις πάσι ότι αναπτύσσονται μεγάλες ταχύτητες και αυξάνεται η διακινδύνευση του πεζού από την διέλευση της λεωφόρου με ερυθρό για τους πεζούς φως σηματοδότη. Πρέπει, κατά συνέπεια, να γίνει εν μέρει δεκτή, κατά το προαναφερόμενο ποσοστό, η προτεινόμενη από τους εναγόμενους, νόμιμη ένσταση (άρθ. 300 Α.Κ.) περί συνυπαιτιότητας της θανούσης πεζής, στην πρόκληση του επιδίκου ατυχήματος.
Περαιτέρω, προέκυψε ότι η πρώτη ενάγουσα της δεύτερης από τις συνεκδικαζόμενες αγωγές, κατέβαλε, για την κηδεία της μητέρας της, 2.950 ευρώ για έξοδα τελετής, 300 ευρώ για δικαίωμα ανέγερσης μνήματος στο Δήμο Αθηναίων και 1.000 ευρώ για την ανέγερση μνήματος (βλπ. σχετικά προσκομιζόμενες αποδείξεις).
Τέλος, με βάση τις συνθήκες του επιδίκου ατυχήματος, η θανάτωση της ανωτέρου συγγενούς των εναγόντων, ηλικίας 82 ετών (αλλά σε εν γένει καλή κατάσταση – πέραν της αθηρωμάτωσης στην καρδιά – για την ηλικία της), συντάραξε το συναισθηματικό και ψυχικό κόσμο των τελευταίων, οι οποίοι διατηρούσαν πολύ καλές σχέσεις με το θύμα. Αφού ληφθούν περαιτέρω υπόψη, ο βαθμός υπαιτιότητας του πρώτου εναγομένου οδηγού, ο βαθμός συνυπαιτιότητας της θανούσας και η ηλικία της, η κοινωνική και οικονομική κατάσταση των εκ των διαδίκων φυσικών προσώπων, καθώς και η ηλικία ενός εκάστου από αυτούς (όπως προκύπτει από τα αντίγραφα των ταυτοτήτων τους και τα λοιπά έγγραφα της δικογραφίας), οι ενάγοντες υπέστησαν ψυχική οδύνη από τη θανάτωση της συγγενούς τους, η οποία συνετάραξε τον συναισθηματικό τους κόσμο, και επομένως πρέπει να τους επιδικαστεί ως χρηματική τους ικανοποίηση το ποσό των 15.000 ευρώ στην ενάγουσα της πρώτης από τις συνεκδικαζόμενες αγωγές (αδελφή της αποβιωσάσης) και τα ποσά των 20.000 ευρώ για την καθεμία από τις δύο πρώτες ενάγουσες της δεύτερης συνεκδικαζόμενης αγωγής (θυγατέρες της θανούσας), το ποσό των 12.000 ευρώ για τον καθένα από τους λοιπούς ενάγοντες (εγγόνια της αποβιωσάσης), τα οποία, μετά την στάθμιση των ανωτέρω στοιχείων, κρίνονται εύλογα και δίκαια (άρθ. 932 του Α.Κ.).
Πρέπει, κατά συνέπεια, να γίνει εν μέρει δεκτή η πρώτη από τις συνεκδικαζόμενες αγωγή, ως και κατ’ ουσίαν βάσιμη, και να υποχρεωθεί η (δεύτερη) εναγόμενη να καταβάλει στην ενάγουσα 15.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη ημέρα που έγινε η επίδοση της αγωγής μέχρι εξοφλήσεως. Όσον αφορά στο αίτημα για την κήρυξη της απόφασης προσωρινά εκτελεστής, το δικαστήριο κρίνει ότι δεν συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι που επιβάλλουν την προσωρινή εκτελεστότητα, αφού ουδέ αυτή η ίδια η ενάγουσα επικαλείται τέτοιους (συγκεκριμένα) λόγους, ενώ περαιτέρω, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, δεν προκύπτει ότι η επιβράδυνση στην εκτέλεση θα προκαλέσει σημαντική ζημία σ’ αυτήν και, ως εκ τούτου, πρέπει να απορριφθεί το σχετικό αίτημα. Τέλος τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων πρέπει να συμψηφιστούν κατά ένα μέρος, λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας αυτών (άρθ. 178 Κ.Πολ.Δ.) και να επιβληθεί μέρος των δικαστικών εξόδων των εναγόντων σε βάρος των εναγομένων κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
Εξάλλου, πρέπει, σύμφωνα με τα παραπάνω γενόμενα δεκτά περιστατικά, να γίνει εν μέρει δεκτή και η δεύτερη από τις συνεκδικαζόμενες αγωγή, ως και κατ’ ουσίαν βάσιμη, και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, εις ολόκληρον έκαστος, να καταβάλουν στην πρώτη ενάγουσα (4.250 – 60% = 1.700 + 5.000 =) 6.700 ευρώ και στον καθένα από τους λοιπούς ενάγοντες 5.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη ημέρα που έγινε η επίδοση της αγωγής μέχρι εξοφλήσεως. Περαιτέρω, πρέπει να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να καταβάλουν στην καθεμία από τις δύο πρώτες ενάγουσες 15.000 ευρώ και στον καθένα από τους λοιπούς ενάγοντες 7.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από της επιδόσεως της αγωγής μέχρι εξοφλήσεως. Όσον αφορά (αναφορικά με το καταψηφιστικό σκέλος της αγωγής) στο αίτημα για την κήρυξη της απόφασης προσωρινά εκτελεστής, το δικαστήριο κρίνει ότι δεν συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι που επιβάλλουν την προσωρινή εκτελεστότητα, αφού ουδέ αυτοί οι ίδιοι οι ενάγοντες επικαλούνται τέτοιους (συγκεκριμένα) λόγους, ενώ, περαιτέρω, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, δεν προκύπτει ότι η επιβράδυνση στην εκτέλεση θα προκαλέσει σημαντική ζημία σ’ αυτούς και, ως εκ τούτου, πρέπει να απορριφθεί το σχετικό αίτημα. Το αίτημα απαγγελίας προσωπικής κράτησης, κατά του πρώτου εναγομένου οδηγού, πρέπει να απορριφθεί, αφού δεν αποδείχτηκαν ειδικοί προς τούτο λόγοι (αφερεγγυότητα, κακή πίστη, κ.λ.π.) και, εξάλλου, θα μπορέσουν οι ενάγοντες να εισπράξουν την απαίτηση τους από την δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία. Τέλος τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων πρέπει να συμψηφιστούν κατά ένα μέρος, λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας αυτών (άρθ. 178 Κ.Πολ.Δ.) και να επιβληθεί μέρος των δικαστικών εξόδων των εναγόντων σε βάρος των εναγομένων κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει αντιμωλία των διαδίκων τις από 15.11.2004 αύξ. αριθμ. έκθ. κατάθ. 8536/2004) και από 23.11.2004 (αύξ. αριθμ. έκθ. κατάθ. 8705/2004) αγωγές.
Δέχεται εν μέρει την πρώτη από αυτές.
Υποχρεώνει την (δεύτερη) εναγόμενη να καταβάλει στην ενάγουσα δεκαπέντε χιλιάδες (15.000) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη ημέρα που έγινε η επίδοση της αγωγής.
Επιβάλλει σε βάρος των εναγομένων ένα μέρος της δικαστικής δαπάνης των εναγόντων, το ύψος της οποίας ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ.
Δέχεται εν μέρει την δεύτερη από αυτές.
Υποχρεώνει τους εναγόμενους να καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, στην πρώτη ενάγουσα έξι χιλιάδες επτακόσια (6.700) ευρώ και στον καθένα από τους λοιπούς ενάγοντες πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ, επίσης δε,
Αναγνωρίζει ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να καταβάλουν στην καθεμία από τις δύο πρώτες ενάγουσες δεκαπέντε χιλιάδες (15.000) ευρώ και στον καθένα από τους λοιπούς ενάγοντες επτά χιλιάδες (7.000) ευρώ, με τους νόμιμους τόκους από την επομένη ημέρα που έγινε η επίδοση της αγωγής.
Επιβάλλει σε βάρος των εναγομένων ένα μέρος της δικαστικής δαπάνης των εναγόντων, το ύψος της οποίας ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τετρακοσίων (2.400) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη δημόσια στο ακροατήριό του συνεδρίαση, στην Αθήνα στις 13 Ιανουαρίου 2006, χωρίς να είναι παρόντες οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους στο ακροατήριο.
Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ