Κήρυξη αλλοδαπής διαιτητικής αποφάσεως εκτελεστής στην Ελλάδα.
*
Δικαστής: Ευανθία Αντωνάκη.
Δικηγόρος του γραφείου μας: Κυριάκος Ε.Μακαρώνας.
* * * * *
Κήρυξη αλλοδαπής διαιτητικής απόφασης ως εκτελεστής στην Ελλάδα – Πεδίο εφαρμογής και ιδιωτικοδιεθνολογικές ρυθμίσεις Συμβάσεως Ν. Υόρκης 1958.
Με την υπ’ αριθμ. 21/2006 απόφασή του το Μονομελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης, το οποίο δίκασε κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, αναγνώρισε την κτήση ισχύος δεδικασμένου και κήρυξε εκτελεστή απόφαση του Διαιτητικού Δικαστηρίου των Παρισίων, κατ’ εφαρμογήν αποκλειστικώς της Σύμβασης της Νέας Υόρκης του 1958 για την αναγνώριση και εκτέλεση αλλοδαπών διαιτητικών αποφάσεων η οποία έχει κυρωθεί από την Ελληνική Δημοκρατία με το Ν. 4171/1961.
Η εν λόγω διαιτητική απόφαση εξεδόθη δυνάμει της επικληθείσης από την αιτούσα συμφωνίας διαιτησίας με την οποία ωρίζετο αποκλειστικώς αρμόδιο το Διαιτητικό Δικαστήριο των Παρισίων για κάθε διαφορά που θα ανεφύετο από εμπορική σύμβαση πωλήσεως ποσότητος σκληρού σίτου από ελληνική εταιρεία φυτικής και ζωικής παραγωγής (καθ’ ης) προς ιταλική εταιρεία (αιτούσα την αναγνώριση και εκτέλεση).
Το Δικαστήριο απέρριψε ως αβάσιμο επικουρικό αίτημα της καθ’ ης η αίτηση ελληνικής εταιρείας να ανασταλεί η έκδοση της απόφασής του, δεδομένου ότι ήδη εκκρεμούσε αρνητική αναγνωριστική της ανυπαρξίας τόσο της εμπορικής συμβάσεως όσο και της διαιτητικής συμφωνίας αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Το σκεπτικό της απορριπτικής του κρίσεως ήταν ότι εφαρμόζονται μόνον οι ρυθμίσεις της Συμβάσεως της Ν. Υόρκης, κατ’ αποκλεισμό των διατάξεων των ελληνικών νόμων, καθώς από της κυρώσεώς της η εν λόγω Σύμβαση απέκτησε υπερνομοθετική ισχύ κατά τη διάταξη 28 παρ. 1 του Συντάγματος.
Η υπερνομοθετική ισχύς μιας κεκυρωμένης διεθνούς συμβάσεως όμως δεν προσδίδει σ’ αυτήν ipso facto απεριόριστο πεδίο εφαρμογής στην εσωτερική έννομη τάξη, αλλά την καθιστά εφαρμοστέα εντός των υπ’ αυτής ειδικώς τεθειμένων ορίων.
Το άρθρο 3 της Συμβάσεως της Ν. Υόρκης, σχετικά με την διαδικασία αναγνωρίσεως και εκτελέσεως αλλοδαπής διαιτητικής αποφάσεως, εμπεριέχει κανόνα κατά τον οποίο ορίζεται ως εφαρμοστέο το δικονομικό δίκαιο του κράτους εκτελέσεως (lex loci executionis) [each Contracting State shall recognize arbitral awards as binding and enforce them in accordance with the rules of procedure of the territory where the award is relied upon], υπό τον πρόσθετο περιορισμό ότι η δικονομική μεταχείριση της υπόθεσης δεν θα είναι δυσμενέστερη από εκείνη που προβλέπεται για υποθέσεις ημεδαπών διαιτητικών αποφάσεων.
Συνεπώς η εφαρμογή της Κ.Πολ.Δ. 249 με την οποία προβλέπεται η δυνατότητα αναβολής της συζητήσεως μιας υποθέσεως μέχρι τελεσιδίκου περατώσεως άλλης δίκης διαγνωστικής ως προς την κρίσιμη για την υπόθεση δικαιοπραξίας, δεν αποκλείεται από το πεδίο εφαρμογής της Συμβάσεως της Ν. Υόρκης.
Ειδικότερα δεν αποκλείεται η εφαρμογή της εν λόγω δικονομικής διατάξεως ούτε και κατά την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας που προβλέπει ως ακολουθητέα η ελληνική νομοθεσία για την εκδίκαση αιτήσεων εκτελέσεως αλλοδαπών διαιτητικών αποφάσεων. [Κ.Πολ.Δ. 741: «τα άρθρα 1 έως 590 εφαρμόζονται και κατά τη διαδικασία των άρθρων 743 έως 781 εκτός αν είναι αντίθετα προς ειδικές διατάξεις ή δεν προσαρμόζονται στη διαδικασία αυτή»]. Συνεπώς, δεν υφίσταται κώλυμα εφαρμογής της εν λόγω διατάξεως εφόσον δεν κρίνεται, και δεν είναι, αντίθετη προς την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας.
Το ελληνικό δικαστήριο έκρινε ως εφαρμοστέο για την ερμηνεία και το κύρος της διαιτητικής συμφωνίας το γαλλικό δίκαιο, με το σκεπτικό ότι αφ’ ενός ο ορισμός σ’ αυτήν ως αρμοδίου του Διαιτητικού Δικαστηρίου των Παρισίων αποτελεί ισχυρό συνδετικό στοιχείο και αφ’ ετέρου ελλείπει οιαδήποτε άλλη ένδειξη για υπαγωγή της σε άλλο δίκαιο.
Η απόφαση δεν έλαβε, εν προκειμένω, καθόλου υπ’ όψη τις ιδιωτικοδιεθνολογικές ρυθμίσεις της Συμβάσεως της Ν. Υόρκης.
Στο άρθρο V (1) a της Συμβάσεως της Ν. Υόρκης εμπεριέχονται δύο κανόνες. Ο πρώτος ορίζει ως εφαρμοστέο δίκαιο για την ικανότητα και την εκπροσώπηση ενός νομικού προσώπου προς κατάρτιση διαιτητικής συμφωνίας το δίκαιο που κρίνεται εφαρμοστέο κατά το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο του κράτους εκτελέσεως [….the parties to the agreement…were, under the law applicable to them, under some incapacity]. Ο δεύτερος κανόνας ορίζει ως εφαρμοστέο δίκαιο για το κύρος και την ερμηνεία της διαιτητικής συμφωνίας είτε το δίκαιο που επέλεξαν τα μέρη (lex voluntatis) είτε, ελλείψει άλλης ενδείξεως, το δίκαιο του τόπου εκδόσεως της διαιτητικής αποφάσεως (διαδοχική εφαρμογή). Για το κύρος ειδικότερα της διαιτητικής συμφωνίας εφαρμόζεται σωρευτικώς με το V (1) a και το άρθρο II (1) και (2) της Συμβάσεως, το οποίο θεσπίζει ειδικό ουσιαστικό κανόνα ιδιωτικού διεθνούς δικαίου περί υποχρεωτικής έγγραφης κατάρτισης των διαιτητικών συμφωνιών (βλπ. Κ. Κεραμέως γνωμοδότηση στην Ελ.Δ/νη 26, σελ. 385 επ.).
Συνεπώς επί της ενστάσεως που προέβαλε η καθ’ ης περί ακυρότητος της διαιτητικής συμφωνίας λόγω μη υπογραφής της από ειδικώς εξουσιοδοτημένο όργανό της, εφαρμοστέο είναι η διάταξη του άρθρου 10 Α.Κ. το οποίο ρυθμίζει την έκταση τόσο της ικανότητός του προς δικαιοπραξία όσο και των εξουσιών που απονέμονται στα όργανά του. Κατά τη διάταξη του άρθρου 10 Α.Κ. εφαρμοστέο για το θέμα αυτό είναι το δίκαιο της πραγματικής έδρας του νομικού προσώπου, ήτοι εν προκειμένω το ελληνικό δίκαιο και όχι το γαλλικό το οποίο έκρινε συλλήβδην εφαρμοστέο το Δικαστήριο, απορρίπτοντας έτσι ως αβάσιμη τη σχετική ένσταση της καθ’ ης με την αιτιολογία ότι «δεν προσκόμισε, ως όφειλε, τις διατάξεις του γαλλικού δικαίου για να μπορεί να κριθεί αν απαιτείται κατ’ αυτό ειδική εξουσιοδότηση για την κατάρτιση συμφωνίας διαιτησίας».