Προσωρινή Διοίκηση Α.Ε.- Έννομο συμφέρον ενεχυρούχου δανειστή- Στοιχεία δικογράφου ως προς νομιμότητα ενεχύρου- Ενέχυρο μετοχών – 69 ΑΚ, 739, 747, 752, και 785 Κ.Πολ.Δ., 117, 118 κ.πολ.Δ., 1211,1212, 1244 ΑΚ, ν.δ. 17-7/13.08.1923, 41 Εισ. Ν.Α.Κ., 52 Εισ. Ν.Κ.Πολ.Δ., ν. 21901920 περί Α.Ε.
*
Δικαστής: Άννα Χιλιού, Πρωτοδίκης.
Δικηγόροι του γραφείου μας: Κυριάκος Μακαρώνας, Αγγελική Αντωνέα, Ευάγγελος Πουρνάρας, Αικατερίνη Ρόκα.
* * * * *
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως γίνεται δεκτό από τη θεωρία και τη νομολογία, εκείνος που έχει έννομο συμφέρον έχει δικαίωμα να προκαλέσει το δικαστικό διορισμό προσωρινής διοικήσεως νομικού προσώπου, αν λείπουν τα πρόσωπα που απαιτούνται για τη διοίκηση του νομικού προσώπου ή αν τα συμφέροντά τους συγκρούονται προς εκείνα του νομικού προσώπου. Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται και για το διοικητικό συμβούλιο ανώνυμης εταιρείας. Θεωρία και νομολογία συμφωνούν στο ότι, το κατ’ άρθρ. 69 Α.Κ. έννομο συμφέρον έχει προδήλως ο μέτοχος της εταιρείας, επίκληση δε της ιδιότητάς του αυτής αρκεί για τη νομιμοποίηση του προς άσκηση της σχετικής αιτήσεως (βλπ. Μ.Π.Π. 556/2003 Ε.Εμπ.Δ. 2003, 607). Κάτι αντίστοιχο ισχύει στις περιπτώσεις όπου ζητείται ο διορισμός προσωρινής διοικήσεως ανωνύμου εταιρείας λόγω συγκρούσεων συμφερόντων και για το πρόσωπο εκείνο για το οποίο προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι τα συμφέροντα του συγκρούονται με εκείνα του νομικού προσώπου (βλπ. Ε.Α. 6998/2002 Δ/νη 2006, 279). Σε κάθε άλλη περίπτωση οι τρίτοι που παρεμβαίνουν κυρίως σε δίκη περί διορισμό προσωρινής διοικήσεως ανώνυμης εταιρείας θα πρέπει να προσδιορίζουν ειδικώς το έννομο συμφέρον τους, διότι σκοπός του Α.Κ. 69 είναι η εξυπηρέτηση των καλώς νοουμένων συμφερόντων της εταιρείας και όχι η καθυπόταξη της πλειοψηφίας στις επιδιώξεις της οποίας μειοψηφίας ή η επιβολή των απόψεων των πιστωτών της εταιρείας, σχετικά με τη διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων ή και η διάλυση της εταιρείας. Εξάλλου από το συνδυασμό των άρθρων 747 και 752 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι η κυρία παρέμβαση ασκείται στις περιπτώσεις της εκουσίας δικαιοδοσίας με δικόγραφο το οποίο, πλην άλλων, πρέπει να περιέχει (άρθρ. 747 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) εκτός από όσα ορίζονται στο άρθρο 118 ή 117, α) ακριβή περιγραφή των αντικειμένων της υπόθεσης, β) …………, γ) σαφή έκθεση των γεγονότων που δικαιολογούν το αίτημα κατά το κύριο αντικείμενο και τα παρεπόμενά του καθώς και την εξουσία για την υποβολή του. Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται με σαφήνεια ότι το δικόγραφο της κύριας παρέμβασης θα πρέπει να περιέχει με ποινή απαραδέκτω που εξετάζεται αυτεπαγγέλτως εκτός των άλλων στοιχείων και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της υπόθεσης που συντελείται με την έκθεση όλων όσων κατά νόμο είναι αναγκαία και συγκροτούν τις ουσιώδεις προϋποθέσεις επέλευσης της αιτουμένης έννομης συνέπειας προς στήριξη του προσβαλλομένου αξιούμενου δικαιωμάτος (βλπ. Π.Π.Τρικ. 111/89, Δ 1991.1207) καθώς και το έννομο συμφέρον του. Η μη τήρηση των διατάξεων αυτών επάγεται ακυρότητα του δικογράφου της κύριας παρέμβασης λόγω αοριστίας. Η αοριστία δε αυτή δεν θεραπεύεται με τη συμπλήρωσή της στις προτάσεις ούτε με παραπομπή σε άλλα έγγραφα, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων. Ακόμη το άρθρο 1244 Α.Κ. προβλέπει ότι επί ενεχύρου ανωνύμων τίτλων εφαρμόζονται οι διατάξεις περί ενεχύρου κινητών. Ενώ οι Α.Κ. 1211 και 1212 προβλέπουν ότι για τη σύσταση ενεχύρου απαιτείται παράδοση του πράγματος από τον κύριο στο δανειστή και συμφωνία και των δύο ότι ο δανειστής αποκτά ενέχυρο στο πράγμα. Η συμφωνία απαιτείται να γίνει με έγγραφο συμβολαιογραφικό ή ιδιωτικό με βέβαιη χρονολογία και να προσδιορίζει την απαίτηση καθώς επίσης και να περιγράφει το ενεχυραζόμενο πράγμα. Αντί για περιγραφή στο σώμα του εγγράφου αρκεί να προσαρτάται σ’ αυτό ιδιαίτερος κατάλογος καθώς και ότι η παράδοση σύμφωνα με το προηγούμενο άρθρο μπορεί να γίνει και σε τρίτο με κοινή συναίνεση δανειστή και ενεχυριαστή. Έτσι ο ενεχυρούχος δανειστής που επικαλείται ιδιότητά του ως ενεχυρούχου δανειστή μετοχών εταιρείας πρέπει να διαλάβει στο δικόγραφο της κύριας παρέμβασης όλα τα προβλεπόμενα από τα άρθρα 1211 και 1212 Α.Κ. στοιχεία τα οποία είναι αναγκαία να συντρέχουν προκειμένω να θεωρηθεί ότι έχει αποκτήσει ενέχυρο νομίμως επί μετοχών εταιρείας και δη α) την κυριότητα του ενεχυριαστή επί των ανωνύμων μετοχών που ενεχυράσθηκαν, β) τη συμφωνία ενεχυριαστή και δανειστή για τη σύσταση ενεχύρου, γ) τον τύπο και συγκεκριμένα συμβολαιογραφικό έγγραφο ή ιδιωτικό έγγραφο με βέβαια χρονολογία και δ) την παράδοση του πράγματος από τον κύριο στον δανειστή ή σε τρίτο. Οι πιο πάνω προϋποθέσεις απαιτούνται (με μόνη τη διαφορά ότι το έγγραφο με το οποίο καταρτίζεται η εμπράγματη σύμβαση σύστασης ενεχύρου αρκεί να είναι και ιδιωτικό έγγραφο χωρίς βέβαια χρονολογία) και σε περίπτωση που ήθελε κριθούν ως εφαρμοστέες οι διατάξεις του ν.δ. της 17-7/13.08.23, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 41 Εισ. Ν. Α.Κ. και, ακολούθως με το άρθρο 52 παρ. 3 Εισ. Ν. Κ.Πολ.Δ. (βλπ. Α.Π. 988/04 Ε.Εμπ.Δ. 2005, 747). Κατά το άρθρο 36 του ως άνω Ν.Δ. 1) Προς σύστασιν του ενεχύρου απαιτείται σύμβαση ενεχυριάσεως και παράδοση του ενεχυριαζομένου πράγματος. 2) Η σύμβαση ενεχυριάσεως καταρτίζεται, είτε δια συμβολαιογραφικού, είτε δι’ ιδιωτικού εις απλούν έγγραφο, ενώ κατά το άρθρο 37 1 Το ενεχυριασθέν πράγμα παραδίδεται εις τη νομή, είτε της πιστώτριας, είτε τρίτου, κοινή συμφωνία υπό των συμβαλλομένων, (βλπ. και Α.Π. 204/91 Δ/νη 1993, 559).
Στην προκειμένη περίπτωση ο αιτών, ο οποίος είναι μέτοχος της καθής ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία “(….)” με το διακριτικό τίτλο “(….)” που εδρεύει στη (….)επικαλούμενος έννομο συμφέρον ζητεί μετά από παραίτηση από το δικόγραφο της αίτησης ως προς τα προτεινόμενα από αυτόν πρόσωπα που παραδεκτά έκανε με τις γραπτές προτάσεις που κατατέθηκαν νομότυπα (άρθρο 223 Κ.Πολ.Δ.) να διορισθεί προσωρινή διοίκηση από τον κατάλογο των πραγματογνωμόνων που διατηρείται στο Πρωτοδικείο Αθηνών, για τον αναφερόμενο στην αίτηση λόγο. Η αίτηση αρμοδίως εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, κατά τη διαδικασία της Εκουσίας Δικαιοδοσίας (άρθρ. 739 επ., 786 του Κ.Πολ.Δ.) και είναι νόμιμη. Στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 69 Α.Κ.. Πρέπει, επομένως να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν.
Η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία “(….) υπό την ιδιότητά της ως πλειοψηφούσης μετόχου της καθής η αίτηση πιο πάνω εταιρείας επικαλούμενη έννομο συμφέρον ασκεί την με αριθμό εκθ. καταθέσεως 155679/7173/21.09.2006 κύρια παρέμβαση με την οποία ζητεί να απορριφθεί η κύρια αίτηση και να διορισθεί για τους σε αυτήν αναφερόμενους λόγους προσωρινή διοίκηση της πιο πάνω ανώνυμης εταιρείας (καθής η κύρια αίτηση). Η κύρια αυτή παρέμβαση παραδεκτά ασκείται με τον πιο πάνω τρόπο (άρθρο 752 Κ.Πολ.Δ.) και είναι νόμιμη στηρίζεται στις διατάξεις των άρθρων 79, 752 Κ.Πολ.Δ.. Πρέπει, επομένως να ενωθεί και να συνεκδικασθεί με την αίτηση λόγω της πρόδηλης συνάφειας μεταξύ τους (άρθρο 31 Κ.Πολ.Δ.) και να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν. Ο (….) κάτοικος Παρισίων Γαλλίας, ο οποίος είναι ο ουσιαστικός χρηματοδότης και ιδιοκτήτης της εταιρείας (….) (καθής η κύρια αίτηση) και μέλος του Δ.Σ. αυτής επικαλούμενος έννομο συμφέρον ασκεί με τις γραπτές προτάσεις του που κατατέθηκαν νομότυπα πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της πιο πάνω κυρίας παρεμβαίνουσας εταιρείας με την επωνυμία “(….)” με την οποία ζητεί να γίνει η πιο πάνω κύρια παρέμβαση δεκτή και να διορισθεί προσωρινή διοίκηση στην καθής εταιρεία (….). Η πρόσθετη αυτή παρέμβαση παραδεκτά ασκείται με το πιο πάνω τρόπο στην παρούσα διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 752 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. βλπ. και Ε.Α. 14721/87 Δ/νη 1989, 805, Ε.Π. 755/86 Δ/νη 27, 1119) και είναι νόμιμη. Στηρίζεται στις διατάξεις των άρθρων 80, 752 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.. Πρέπει, επομένως να ενωθεί και να συνεκδικασθεί με την αίτηση και την πιο πάνω κύρια παρέμβαση λόγω της πρόδηλης μεταξύ τους συνάφειας (άρθρο 31 Κ.Πολ.Δ.) και να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν.
Η Τράπεζα επικαλούμενη έννομο συμφέρον ως ενυπόθηκη δανείστρια της καθής εταιρείας (….)αφενός και αφετέρου ως μετόχου της εταιρείας αυτής δυνάμει ενεχυρικής σύμβασης, ασκεί τη με αριθμό εκθ. καταθέσεως 188410/8845/08.11.2006 κύρια παρέμβαση με την οποία ζητεί να απορριφθεί η κύρια αίτηση και η πιο πάνω κύρια παρέμβαση της (….) και να διορισθεί προσωρινή διοίκηση της καθής πιο πάνω εταιρείας από τον πίνακα πραγματογνωμόνων που τηρείται στο Πρωτοδικείο Αθηνών. Η πιο πάνω κύρια παρέμβαση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης έννομου συμφέροντος, καθόσον η κύρια παρεμβαίνουσα αναφέρει πως το έννομο συμφέρον της απορρέει αφενός από την ιδιότητά της ως ενυπόθηκης δανείστριας της (….) (καθής η κύρια αίτηση). Μόνο όμως το γεγονός ότι κάποιος είναι δανειστής έστω και ενυπόθηκος μιας ανώνυμης εταιρείας δεν αρκεί άνευ ετέρου για να θεμελιώσει δικαίωμά του να παρέμβει κυρίως στη δίκη περί διορισμού προσωρινής διοίκησης. Εν προκειμένω τα συμφέροντα της Τραπέζης βαίνουν όχι παράλληλα αλλά αντίθετα με το συμφέρον της (….)αφού η Τράπεζα ενδιαφέρεται προφανώς για τη διασφάλιση της ικανοποίησης των απαιτήσεών της κατά της (….) και όχι για τη συμφέρουσα για την τελευταία διοίκηση ορισμένων υποθέσεών της ενόψει των ανωτέρω και λόγω του ότι δεν γίνεται οποιαδήποτε ανάλυση – επεξήγηση του συγκεκριμένου εννόμου συμφέροντος προς συμμετοχή της Τράπεζας στη δίκη περί διορισμού προσωρινής διοίκησης της (….) η κύρια παρέμβαση της Τραπέζης πρέπει σύμφωνα με όσα αναφέρονται στο σκεπτικό σχετικά να απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος και λόγω μη επικλήσεως αυτού σύμφωνα με το νόμο κατά το σκέλος που επιδιώκει να μετάσχει στη δίκη επικαλούμενη την ιδιότητά της ως εμπράγματης πιστώτριας της εν λόγω εταιρείας, εφόσον πολύ περισσότερο όπως η ίδια ομολογεί στην υπό κρίση παρέμβασή της έχει αναγγείλει την αξίωσή της για κατάταξη και ικανοποίηση από το πλειστηρίασμα. Περαιτέρω η κυρίως παρεμβαίνουσα αναφέρει επί λέξει στο δικόγραφο της κύριας παρέμβασής της ότι «εκτός των ανωτέρω υποθηκών η τράπεζά μας, προς διασφάλιση της υπ’ αριθμό 520/22.10.2001 σύμβασης και της πρόσθετης αυτής πράξης, ενεχυρίασε 405.000 ανώνυμες μετοχές της (….), 404.156 ανώνυμες μετοχές της (….)και 843 ανώνυμες μετοχές του (………), όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμό 520Ε/2001 σύμβαση παροχής ενεχύρου ανωνύμων μετοχών. Δυνάμει της ανωτέρω σύμβασης ενεχύρου η τράπεζά μας ως μέτοχος πλέον της (….)μπορεί να επιθυμεί να ασκήσει όλα τα νόμιμα δικαιώματά της αναφορικά με τη Διοίκηση και εκπροσώπηση της (….)». Το δικόγραφο όμως της κυρίως παρεμβαινούσης κατά το ανωτέρω μνημονευθέν τμήμα του είναι παντελώς αόριστο καθόσον παραλείπει η κυρίως παρεμβαίνουσα να εξειδικεύσει και προσδιορίσει σύμφωνα με όσα αναφέρονται στο σκεπτικό τα απαιτούμενα στοιχεία ήτοι: α) να εξειδικεύσει επαρκώς τις συγκεκριμένες μετοχές επί των οποίων έχει αποκτήσει ενέχυρο, β) να αναφέρει τον αριθμό των ενεχυρασθησών μετοχών, την ονομαστική τους αξία, αν ήταν προνομιούχες ή μη, γ) να προσδιορίσει το ακριβές μέγεθος των απαιτήσεών της για τις οποίες έλαβε ως ενέχυρο μετοχές της (….), δ) να προσδιορίσει αν και πότε της παραδόθηκαν μετοχές ή προσωρινοί τίτλοι, ε) να εξειδικεύσει αν οι μετοχές είναι το σύνολο των τίτλων που παριστούν δικαίωμα στο μετοχικό κεφάλαιο ή μέρος του. Ακόμη η Τράπεζα παραλείπει να μνημονεύσει στο δικόγραφο της παρέμβασής της την ακριβή ημερομηνία κατάρτισης της σύμβασης ενεχύρασης μετοχών της (….) (περιοριζόμενη στη μνεία «520Ε/2001») και κυρίως αν και πότε παραδόθηκαν στην ίδια ή σε κάποιον τρίτο οι ενεχυρασθείσες μετοχές της (….), από ποιόν, αν αυτός ήταν κύριος ή επικαρπωτής ή είχε και αν ναι πόθεν, δικαίωμα και εξουσία παραδόσεως. Λόγω των πιο πάνω ελλείψεων τα μνημονευόμενα από την Τράπεζα πραγματικά περιστατικά δεν αρκούν για να της προσδώσουν την ιδιότητα του ενεχυρούχου δανειστή μετοχών της (….) και συνεπώς δεν μπορεί να κριθεί αν συντρέχει στη συγκεκριμένη περίπτωση μία από τις προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος, συμφωνεί με όσα αναφέρονται στο σκεπτικό, για τη σύσταση ενεχύρου επί ανωνύμων εταιρειών και ειδικότερα αυτή της παράδοσης των ενεχυραζομένων μετοχών της (….)στον ενεχυρούχο δανειστή (Τράπεζα). Ακόμα η Τράπεζα επικαλούμενη ιδιότητα της ως ενεχυρούχου δανείστριας μετοχών της (….)θα έπρεπε, να διαλάβει στο δικόγραφό της όλα τα προβλεπόμενα από τα άρθρα 1211 και 1212 Α.Κ. στοιχεία, τα οποία είναι αναγκαίο να συντρέχουν προκειμένου να θεωρηθεί ότι έχει αποκτήσει νομίμως ενέχυρο επί μετοχών της (….)και δη: α) την κυριότητα του ενεχυραστή επί των ανωνύμων μετοχών που ενεχυράσθηκαν, β) τη συμφωνία ενεχυραστή και δανειστή για τη σύσταση ενεχύρου, γ) τον τύπο και συγκεκριμένα συμβολαιογραφικό έγγραφο ή ιδιωτικό έγγραφο με βέβαιη χρονολογία και δ) την παράδοση των πραγμάτων από τον κύριο στο δανειστή ή τρίτο σύμφωνα με όσα αναφέρονται στο σκεπτικό. Ακόμη η Τράπεζα επικαλείται στην κύρια παρέμβασή της ότι έχει αποκτήσει εγκύρως και νομίμως δικαίωμα ενεχύρου σε μετοχές της (….) με αποτέλεσμα όπως ισχυρίζεται ως μέτοχος πλέον της (….)να μπορεί να ασκήσει όλα τα νόμιμα δικαιώματά της αναφορικά με τη Διοίκηση και εκπροσώπηση της (….) στο εφαρμοστέο Ελληνικό Δίκαιο όμως ουδόλως απαντάται διάταξη προβλέπουσα ότι ο ενεχυρούχος δανειστής μετοχών μιας εταιρείας καθίσταται αυτοδικαίως λόγω του ενεχύρου, και μέτοχος αυτής δικαιούμενος να τη διοικήσει. Όπως αναφέρεται στην κατ’ άρθρο ανάλυση του Ν. 2190/1920 [το δίκαιο της ανώνυμης εταιρείας 1992, Επιμέλεια Ύλης Ευάγγ. Περάκης Εισηγ. Παρατηρ. στα άρθρα 8 – 17 αρ. 161 – 163, κατά τη διάρκεια του ενεχύρου ο ενεχυραστής (οφειλέτης) έχει, εφόσον δεν υπάρχει αντίθετη συμφωνία δικαίωμα συμμετοχής και ψήφου στη Γ.Σ. (άρθρο 1245 Α.Κ. βλπ. και Ρόκα Ν. σ. 191, Πασσιά Ι. σελ. 468)]. Ισχύει δηλαδή ο κανόνας ότι η ενεχύραση της μετοχής μεταβιβάζει στον δανειστή μόνον τα περιουσιακά δικαιώματα και όχι τα δικαιώματα διοίκησης (βλπ. Ρόκα Κ. ενεχύρασις μετοχών κ.λ.π. σχολ. Ε.Α. 2819/57 Ε.Εμπ.Δ. 1958, 269, Πασσιά – Καραβά Εγχ. Α.Ε. Ι, σελ. 1011 βλπ. και Αναστασιάδη – Ρόκα σελ. 191 υποσ. 10). Επίσης ευθέως ορίζεται στο άρθρο 30α Κ.Ν. 2190/1920 ότι για να έχει δικαίωμα ψήφου ο ενεχυρούχος δανειστής πρέπει να υφίσταται σχετική έγκυρη και μη απαγορευμένη από το καταστατικό της Α.Ε. σύμβαση. Παράλληλα το άρθρο 1245 Α.Κ. προβλέπει, ως γενική διάταξη ότι στο ενέχυρο μετοχών εταιρείας, ο ενεχυραστής (ενεχυρούχος οφειλέτης) έχει δικαίωμα να μετέχει στις συνελεύσεις της εταιρείας και κατά τη διάρκεια του ενεχύρου αν δεν ορίσθηκε διαφορετικά. Η πιο πάνω διάταξη του άρθρου 30α Κ.Ν. εφαρμόζεται ως ειδική της γενικής του άρθρου 1245 Α.Κ. εν προκειμένω η Τράπεζα σε κάθε περίπτωση ουδέν επικαλείται σχετικώς με συμφωνία περί δικαιώματός της να ασκεί τα εκ της μετοχής δικαιώματα κατά τον Κ.Ν. 2190/1920. Συνεπώς η κύρια παρέμβασή της πάσχει από αοριστία διότι δεν μνημονεύει ότι έχει συναφθεί συμφωνία αντίθετη προς το περιεχόμενο της διάταξης του άρθρου 30α του Κ.Ν. 2190/1920. Πρέπει συνεπώς εν όψει των πιο πάνω ελλείψεων η κύρια παρέμβαση να απορριφθεί ως απαράδεκτη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, λόγω ακυρότητας του δικογράφου της δεκτής γενομένης και της σχετικής ενστάσεως της κυρίως παρεμβαίνουσας (….). Κατόπιν της πιο πάνω απόρριψης της κυρίας παρέμβασης της Τραπέζης, παρέλκει πλέον ως άνευ αντικειμένου η εξέταση των προσθέτων υπέρ αυτής παρεμβάσεων που άσκησαν οι ανώνυμες εταιρείες με την επωνυμία α) «(….).» που εδρεύει στην Αθήνα, β) «(….)» που εδρεύει στο (….) γ) «(….)» που εδρεύει στα (….).
Από την εκτίμηση των εγγράφων που προσκομίζονται από τους διαδίκους με νόμιμη επίκληση (οι μαρτυρικές καταθέσεις των μαρτύρων της κυρίως παρεμβαίνουσας Τραπέζης και της προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνουσας ανώνυμες εταιρείες με την επωνυμία «(….)» δεν θα ληφθούν υπ’ όψη από το Δικαστήριο, καθόσον οι πιο πάνω παρεμβάσεις απορρίφθηκαν ως απαράδεκτες και άνευ αντικειμένου αντίστοιχα, πιθανολογήθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο αιτών της κύριας αίτησης είναι μέτοχος της καθής εταιρείας με την επωνυμία “(….)” με το διακριτικό τίτλο “(….)” που εδρεύει στη (….)Αττικής. Το ποσοστό που κατέχει στο καταβεβλημένο κεφάλαιο της άνω εταιρείας ανέρχεται σε 0,67%. Η κυρίως παρεμβαίνουσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία “(….)” που εδρεύει στην (….)είναι κύριος μέτοχος της πιο πάνω εταιρείας (….) κατέχουσα συνολικό ποσοστό 99,33% στο καταβεβλημένο μετοχικό κεφάλαιο της καθής εταιρείας. Η τελευταία ασχολείται με την παραγωγή, εκτροφή, εμπορία και πώληση γόνου και ιχθύων στην Ελλάδα έχει δε μονάδες εκτροφής γόνων και ιχθύων σε πολλές περιοχές της Ελλάδας με μεγαλύτερη μονάδα εκτροφής αυτή που βρίσκεται στα (….). Στις 20.01.1999 καταχωρήθηκε στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών της Νομαρχίας Αθηνών το από 21.10.1998 πρακτικό του Διοικητικού Συμβουλίου της καθής εταιρείας (Φ.Ε.Κ. 354/25.01.1999). Η θητεία του άνω διοικητικού συμβουλίου έληγε την 20.10.2004 παρατεινόμενη αυτοδίκαια μέχρι τη σύγκληση της πρώτης τακτικής γενικής συνέλευσης όπως ορίζει ο νόμος. Στις 02.11.2004 κατατέθηκε στη Νομαρχία Αθηνών στη Διεύθυνση Εμπορίου με αρ. πρωτ. ΕΜ18333 πρακτικό γενικής συνέλευσης για εκλογή νέου διοικητικού συμβουλίου και πρακτικό συγκρότησης Δ.Σ. και κατανομής αξιωμάτων. Η δημοσίευση όμως στο Φ.Ε.Κ. των άνω πρακτικών δεν έγινε, λόγω αδυναμίας προσκόμισης φορολογικού πιστοποιητικού εξαιτίας οφειλών της εταιρείας. Εν όψει των παραπάνω πιθανολογείται ότι η εταιρεία στερείται σήμερα Διοικητικού Συμβουλίου, αφού το τελευταίο Δ.Σ. που εκλέχθηκε δεν δημοσιεύθηκε. Με βάση τα όσα απεδείχθησαν παραπάνω είναι πρόδηλο το έννομο συμφέρον του αιτούντος και της κυρίως παρεμβαίνουσας ως μετόχων της καθής εταιρείας και του προσθέτως παρεμβαίνουσας ως μετόχου της κυρίας παρεμβαίνουσας, τελείται για διορισμό προσωρινής διοίκησης προκειμένου αυτή να επιμελείται των υποθέσεων της εταιρείας, που έχουν επείγοντα χαρακτήρα μέχρι την επιλογή του νέου τακτικού διοικητικού συμβουλίου. Συντρέχει επομένως νόμιμη περίπτωση (άρθρο 69 Α.Κ.) να διορισθεί προσωρινή διοίκηση στην πιο πάνω εταιρεία, αποτελούμενη από τρίτα πρόσωπα, τα οποία περιέχονται στον κατάλογο πραγματογνωμόνων που τηρείται στο Πρωτοδικείο Αθηνών, σύμφωνα και με το περιεχόμενο της κύριας αίτησης, τα οποία πιθανολογεί το δικαστήριο ότι πρέπει να διορισθούν ως τακτικά μέλη της προσωρινής διοίκησης και κατ’ ελεύθερη επιλογή, όπως έχει για τούτο δικαίωμα (βλπ. Α.Π. 854/98 Δ/νη 40, 119, Βαθρακοκοίλη Αστικός Κώδικας υπό το άρθρο 69) κρίνεται συνεπώς ότι κατάλληλα πρόσωπα να διορισθούν ως τακτικά μέλη της προσωρινής διοίκησης είναι τα πρόσωπα που διαλαμβάνονται στο διατακτικό και παρέχουν όλες τις εγγυήσεις ότι θα εκτελέσουν με τον προσήκοντα τρόπο και με επιμέλεια τα καθήκοντα που τους ανατίθενται ενώ δεν κρίνεται σκόπιμο να διορισθούν ως τακτικά μέλη της προσωρινής διοικήσεως τα πρόσωπα που αναφέρονται στις συνεκδικαζόμενες παρεμβάσεις. Κατόπιν αυτών πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίση κύρια αίτηση και εν μέρει δεκτές οι συνεκδικαζόμενες παρεμβάσεις (κύρια και πρόσθετη) ως ουσιαστικά βάσιμες και να συμψηφισθούν στο σύνολό τους μεταξύ των διαδίκων τα έξοδα κατ’ εφαρμογή του άρθρου 178 σε συνδ. με άρθρο 181 Κ.Πολ.Δ., όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την με αριθμό κατάθεσης 188410/8845/2006 κύρια παρέμβαση της Τραπέζης.
Συνεκδικάζει τις με αριθμό εκθ. καταθέσεως 155679/6971/2006 και 159068/7173/2006 και από 15.11.2006 αίτησης και παρεμβάσεις, κύρια και πρόσθετη αντίστοιχα αντιμωλία των διαδίκων.
Δέχεται την αίτηση και εν μέρει τις παραπάνω παρεμβάσεις.
Διορίζει προσωρινή διοίκηση της εταιρείας με την επωνυμία “(….).” και τον διακριτικό τίτλο “(….)” που εδρεύει στη (….)αποτελούμενη από τα εξής πρόσωπα: 1) (….), 2) (….), 3) (….).
Παρέχει στα προαναφερόμενα πρόσωπα την εξουσιοδότηση, αφού συγκροτηθούν σε σώμα με τη μέριμνα του πρώτου, να συγκαλέσουν Γενική Συνέλευση των μετόχων της εταιρείας, προκειμένου εντός προθεσμίας δύο (2) μηνών από τη δημοσίευση της παρούσης να εκλεγεί η νόμιμη διοίκηση της εταιρείας.
Παρέχει, επίσης την εξουσιοδότηση στα πιο πάνω μέλη της προσωρινής διοίκησης, να επιμεληθούν κατά το ίδιο ως άνω χρονικό διάστημα τις υποθέσεις της εταιρείας που έχουν επείγοντα χαρακτήρα.
Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 28 Δεκεμβρίου 2006.