Έμμισθη εντολή- Προκαταβολή- Ανάκληση εντολής- Αίτημα απόδοσης της προκαταβολής- ν.δ. 3026/1954, ΚΥΑ 118877/2240/Α0012/21.12.2000 Δικαιοσύνης- Οικονομικών, 713 επ. ΑΚ, 176, 907, 908 Κ.Πολ.Δ.
*
Δικαστής: Αθηνά Μπεσσή, Πρωτοδίκης.
Δικηγόρος του γραφείου μας: Ευάγγελος Πουρνάρας.
* * * * *
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 06.10.2003 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 1351/2003 κλήση του ενάγοντος – καλούντος νόμιμα φέρεται προς συζήτηση η από 22.02.2001 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 2098/2001 αγωγή του σε βάρος του εναγομένου – καθού η κλήση μετά τη ματαίωση της συζήτησης αυτής κατά τη δικάσιμο της 02.10.2003. Ο ενάγων εκθέτει στην υπό κρίση αγωγή του, όπως αυτή παραδεκτά διορθώθηκε με τις εμπροθέσμως κατατεθείσες προτάσεις του, ότι την 05.07.2000 ανέθεσε στον εναγόμενο, δικηγόρο Αθηνών, τον χειρισμό όλων των ποινικών υποθέσεων που αντιμετώπιζε έναντι αμοιβής, της οποίας το ύψος θα προσδιοριζόταν από κοινού αργότερα, ανάλογα με το αποτέλεσμα των ενεργειών του εναγομένου. Ότι ο εναγόμενος αξίωσε να του προκαταβάλει, έναντι της αμοιβής του, το ποσό των 8.804,10 ευρώ, ποσό που του κατέβαλε ο ενάγων στις 07.07.2000. Ότι ο εναγόμενος δεν έδειξε την απαιτούμενη επιμέλεια σχετικά με τις υποθέσεις του, ούτε συνεργάστηκε μαζί του προκειμένου να τον υπερασπισθεί αποτελεσματικά, με συνέπεια να κλονιστεί η εμπιστοσύνη του προς το πρόσωπο του και να αποφασίσει να ανακαλέσει την εντολή του προς αυτόν την 26.07.2000. Ότι μετά την κατά τα ανωτέρω ανάκληση της εντολής από μέρους του και παρά τις οχλήσεις του ο εναγόμενος αρνείται να του επιστρέψει τα χρήματα που έχει λάβει έναντι αμοιβής για τις ενέργειες που θα πραγματοποιούσε σχετικά με όλες γενικά τις ποινικές υποθέσεις του, ενέργειες στις οποίες και δεν προέβη ακριβώς λόγω της ανάκλησης της εντολής προς αυτόν. Ότι ο εναγόμενος απασχολήθηκε για τις ποινικές του υποθέσεις οκτώ (8) ώρες, με βάση τα ιστορούμενα στην αγωγή, η δε ελάχιστη νόμιμη καταβλητέα αμοιβή του ανέρχεται για την απασχόληση του αυτή στο ποσό των 469,55 ευρώ. Ότι λόγω της φήμης του εναγομένου ως δικηγόρου αναγνωρίζει ότι ο τελευταίος δύναται να αξιώνει την καταβολή αμοιβών μεγαλύτερων των ελαχίστων προβλεπόμενων από το νόμο και για το λόγο αυτό θα του κατέβαλε όχι την ελάχιστη νόμιμη αμοιβή αλλά το διπλάσιο αυτής, ήτοι ποσό 939,10 ευρώ. Με βάση το ιστορικό αυτό ζητεί να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει το ποσό των 7.865 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την 07.07.2000 (ημερομηνία καταβολής του ποσού στον εναγόμενο), άλλως από την 21.07.2000 (ημερομηνία έκδοσης από τον εναγόμενο της σχετικής απόδειξης είσπραξης), άλλως από την 28.07.2000 (ημερομηνία έγγραφης καταγγελίας από μέρους του εναγομένου της μεταξύ τους σύμβασης εντολής), άλλως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Επικουρικά ζητεί την καταβολή του ανωτέρω ποσού κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Τέλος, ζητεί να κηρυχθεί η απόφαση που θα εκδοθεί προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστεί ο εναγόμενος στην πληρωμή της δικαστικής του δαπάνης. Με το ανωτέρω περιεχόμενο και αίτημα η κρινόμενη αγωγή αρμόδια φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρα 16 αρ.7 και 22 του Κ.Πολ.Δ.) αλλά θα δικαστεί κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 677 επ. του Κ.Πολ.Δ. και όχι κατά την τακτική διαδικασία, με την οποία εισήχθη προς συζήτηση (βλ. 591 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.), δεδομένου ότι τόσο από το πνεύμα όσο και από το σκοπό της διάταξης του άρθρου 677 Κ.Πολ.Δ., που είναι η κατά τρόπο ενιαίο επίλυση των διαφορών που ανακύπτουν μεταξύ των προσώπων που αναφέρει η άνω διάταξη και μάλιστα ανεξάρτητα ποιος απ’ αυτούς κινεί εκάστοτε το δικαστικό αγώνα, δικαιολογείται η αμφίπλευρη εφαρμογή της ειδικής αυτής διαδικασίας, ήτοι η εφαρμογή της και στην περίπτωση που οι εντολείς εγείρουν αγωγή σε βάρος των επαγγελματιών – εντολοδόχων τους για επιστροφή καταβληθέντων ποσών (βλ. Β. Βαθρακοκοίλη: Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, τόμος Γ΄, σελ. 991). Είναι δε επαρκώς ορισμένη και νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 91 επ. του Ν.Δ. 3026/1954 σε συνδ. με την υπ’ αριθμ. 118877/2240/Α0012/21.12.2000 κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών, 713 επ. Α.Κ. (εφαρμοζόμενα συμπληρωματικά στην αναφερόμενη σε δικαστικές ή εξώδικες ενέργειες σύμβαση δικηγορικών παροχής υπηρεσιών, χαρακτηριζόμενη ως έμμισθη εντολή), 176, 907 και 908 του Κ.Πολ.Δ.. Το αίτημα καταβολής τόκων είναι νόμιμο για το χρονικό διάστημα από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, κατ’ άρθρο 346 Α.Κ.. Περαιτέρω, κατά το μέρος που η αγωγή επιχειρείται να θεμελιωθεί στις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι μη νόμιμη και απορριπτέα διότι τα εκατέρωθεν δικαιώματα και υποχρεώσεις των μερών θα κριθούν, ως νόμιμη αιτία, με βάση την έννομη σχέση της έμμισθης εντολής και όχι των άρθρων 904 επ. Α.Κ., διότι η εκ του αδικαιολόγητου πλουτισμού αγωγή, που είναι επικουρική έναντι της κύριας αγωγής από τη σύμβαση της έμμισθης εντολής, δικαιολογείται επί ελαττωματικότητας της συνδέουσας τα μέρη έννομης σχέσης (Α.Π. 810/2003 Ελλ.Δ/νη 45, 118). Πρέπει, επομένως, κατά το μέρος που η αγωγή κρίθηκε νόμιμη, να ερευνηθεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, δεδομένου ότι έχει καταβληθεί το νόμιμο τέλος δικαστικού ενσήμου με τα πρόσθετα υπέρ τρίτων ποσοστά (υπ’ αριθμ. 036109, 076582 και 063687 αγωγόσημα με τα επικολληθέντα σ’ αυτά κινητά ένσημα υπέρ του Τ.Ν και του Τ.Π.Δ.Α.). Από τις καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, που εξετάστηκαν ενόρκως στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, οι οποίες εκτιμώνται η κάθε μία χωριστά και σε αντιπαραβολή με την άλλη, ανάλογα με το λόγο γνώσης και το μέτρο αξιοπιστίας κάθε εξεταζόμενου, σε συνδυασμό με όλα χωρίς εξαίρεση τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και την όλη διαδικασία, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο ενάγων συναντήθηκε για πρώτη φορά με τον εναγόμενο, δικηγόρο Αθηνών την 05.07.2000 στις δικαστικές φυλακές Κορυδαλλού, όπου κρατείτο προσωρινά, συνεπεία δυο ενταλμάτων προσωρινής κράτησης που είχαν εκδοθεί σε βάρος του από τον Ανακριτή Πειραιά κατόπιν υποβολής μηνύσεων σε βάρος του από δυο πρώην συνεργάτες του για το αδίκημα της απάτης. Κατά την ανωτέρω συνάντηση ο εναγόμενος, όπως και ο ίδιος συνομολογεί, ανέλαβε να χειριστεί όλες τις εκκρεμείς ποινικές υποθέσεις του ενάγοντος. Το ύψος της αμοιβής του εναγομένου δεν καθορίστηκε επακριβώς κατά την ανωτέρω συνάντηση αλλά ο τελευταίος ζήτησε και έλαβε ως προκαταβολή το ποσό των 8.804,10 ευρώ. Οι ενέργειες στις οποίες προέβη ο εναγόμενος και οι συνεργάτες του γραφείου του για λογαριασμό του ενάγοντος σε εκτέλεση της ανωτέρω εντολής του ήταν οι ακόλουθες: 1) Επισκέφθηκε τρεις (3) φορές τον ενάγοντα στην αίθουσα συνηγόρων των δικαστικών φυλακών Κορυδαλλού και ειδικότερα την 05.07.2000 από ώρα 16:15 έως 16:35, την 12.07.2000 από ώρα 17:15 έως 17:35 και την 19.07.2000 από ώρα 16:20 έως 16:45 (βλ. την υπ’ αριθμ. πρωτ. 30103, 29632/08.08.2000 υπηρεσιακή βεβαίωση των δικαστικών φυλακών Κορυδαλλού), 2) Συνέταξε και κατέθεσε δήλωση παραίτησης από δυο προσφυγές που είχε καταθέσει ο ενάγων στο Πρωτοδικείο Πειραιά κατά των ενταλμάτων προσωρινής κράτησης του, 3) Αναπαρήγαγε σε φωτοτυπίες και μελέτησε δυο ποινικές δικογραφίες, 4) Μετέβη από και προς τα Δικαστήρια του Πειραιά για τη λήψη των άνω δικογραφιών και την κατάθεση των άνω δηλώσεων παραίτησης και 5) Μετέβη στην Κόρινθο μία φορά, όπου συναντήθηκε με τον (……..), συνεργάτη του ενάγοντος, με τον οποίο είχαν συνεργασία για την υπόθεση του εναγομένου. Ακολούθως, αποδείχθηκε ότι στις 26.07.2000, ο ενάγων, έχοντας δικαίωμα προς τούτο, ανακάλεσε την εντολή που είχε δώσει στον εναγόμενο, διότι ο τελευταίος δεν επέδειξε την απαιτούμενη επιμέλεια σχετικά με τις υποθέσεις του, ούτε συνεργάστηκε μαζί του επαρκώς προκειμένου να τον υπερασπισθεί αποτελεσματικά, με συνέπεια να κλονιστεί η εμπιστοσύνη του προς το πρόσωπο του (βλ. σχετικά την κατάθεση της μάρτυρος του ενάγοντος, η οποία βεβαιώνει το γεγονός πως ο εναγόμενος δεν ασχολήθηκε επαρκώς με την υπόθεση του ενάγοντος). Με την περιέλευση δε της ανωτέρω δήλωσης στον εναγόμενο επήλθε η λύση της έμμισθης εντολής του δικηγόρου. Η ανάκληση αυτή της εντολής ενεργεί για το μέλλον, με συνέπεια ο ενάγων να οφείλει να καταβάλει στον εναγόμενο τις δαπάνες και την αμοιβή του για τις μέχρι της ανακλήσεως της εντολής εργασίες του, σύμφωνα με τις διατάξεις δικηγορικού κώδικα. Ελλείψει δε ειδικής συμφωνίας των διαδίκων για την αμοιβή του εναγομένου, το ελάχιστο ποσό της αμοιβής του εναγομένου πρέπει να καθοριστεί κατά τα άρθρα 98 επ. του Δικηγορικού Κώδικα σε συνδ. με την υπ’ αριθμ. 118877/2240/Α0012/21.12.2000 κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών. Ειδικότερα ο εναγόμενος με τη βοήθεια των συνεργατών του γραφείου του διέθεσε τις ακόλουθες ώρες απασχόλησης σε εκτέλεση της έμμισθης εντολής: α) για την υπό στοιχείο 1 ενέργεια μία ώρα και δεκαπέντε λεπτά, β) για την υπό στοιχείο 2 ενέργεια δύο ώρες, γ) για την υπό στοιχείο 3 ενέργεια δέκα ώρες, δ) για την υπό στοιχείο 4 ενέργεια τρεις ώρες και ε) για την υπό στοιχείο 5 ενέργεια τέσσερις ώρες. Συνολικά δε απασχολήθηκε 20 ώρες και 15 λεπτά, η δε ελάχιστη νόμιμη καταβλητέα αμοιβή του βάσει της ανωτέρω υπουργικής απόφασης για την χρονοχρέωση (αμοιβή 58,69 ευρώ/ώρα απασχόλησης) ανέρχεται στο ποσό των 1.188,47 ευρώ. Το ποσό όμως αυτό πρέπει να αυξηθεί κατά την κρίση του Δικαστηρίου, αναλόγως με την επιστημονική εργασία του εναγομένου, του είδους και της περιπλοκότητας της υποθέσεως που του ανατέθηκε, λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι ο εναγόμενος είναι ένας επιτυχημένος δικηγόρος, με πολυετή εμπειρία στις ποινικές υποθέσεις, ο οποίος σε καμία περίπτωση δεν λαμβάνει ως αμοιβή του για τις δικαστικές και εξώδικες ενέργειες στις οποίες προβαίνει τις ελάχιστες νόμιμες αμοιβές, γεγονός που συνομολογεί στην αγωγή του και ο ενάγων. Με βάση τα ανωτέρω η αμοιβή που δικαιούτο να λάβει ο εναγόμενος για τις ανωτέρω ενέργειες του μέχρι την ανάκληση της δοθείσης σ’ αυτόν εντολής ανέρχεται στο ποσό των 3.565,41 ευρώ και όχι στο ποσό των 8.804,10 ευρώ, που έλαβε από τον εναγόμενο ως προκαταβολή μη επακριβώς καθορισθείσας αμοιβής για την διεξαγωγή όλων των ποινικών του υποθέσεων. Πρέπει, επομένως, να επιστρέψει στον εναγόμενο το ποσό των 5.238,69 ευρώ. Η προβαλλόμενη από τον εναγόμενο ένσταση καταχρηστικής άσκησης του ένδικου δικαιώματος του ενάγοντος (281 Α.Κ.) για το λόγο ότι ενώ ο ίδιος ο ενάγων προσδιόρισε την αμοιβή του για όλες τις υπηρεσίες που του είχε προσφέρει μέχρι την 21.07.2000 στο ποσό των 3.000.000 δραχμών, στη συνέχεια μετά τη λύση της μεταξύ τους συνεργασίας μηδένισε όλη τη συμβολή του στην πορεία των υποθέσεων του αποσκοπώντας στην δική του ωφέλεια με βλάβη αυτού (εναγομένου), πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη διότι από το σύνολο της αποδεικτικής διαδικασίας ουδόλως αποδείχθηκαν τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό της. Πρέπει, επομένως, να γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η κρινόμενη αγωγή και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στον ενάγοντα, το ποσό των 5.238,69 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής. Όσον αφορά το αίτημα για την κήρυξη της απόφασης προσωρινά εκτελεστής το Δικαστήριο κρίνει ότι η επιβράδυνση της εκτέλεσης της παρούσας δεν είναι δυνατόν να επιφέρει σημαντική ζημία στον ενάγοντα και για το λόγο αυτό το σχετικό αίτημα πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο. Ένα μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος, ανάλογο με την έκταση της νίκης τους πρέπει να επιβληθεί σε βάρος του εναγομένου, λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας των διαδίκων (άρθρο 178 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της απόφασης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.
Απορρίπτει ό,τι κρίθηκε απορριπτέο.
Δέχεται εν μέρει την αγωγή. Υποχρεώνει τον εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των πέντε χιλιάδων διακοσίων τριάντα οκτώ ευρώ και εξήντα εννέα λεπτών (5.238,69), με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής μέχρι την εξόφληση.
Επιβάλει σε βάρος του εναγομένου ένα μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος, το οποίο ορίζει σε τριακόσια πενήντα (350) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 26.09.2007.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ