ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
13ο ΤΜΗΜΑ ΕΝΟΧΙΚΟ
Αριθμός Απόφασης
5124/2025
ΤΟ ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
Αποτελούμενο από τους Δικαστές Αλέξανδρο Ζιάκα, Πρόεδρο Εφετών, Ελένη Λευθεριώτου, Γεωργία Βρεττού- Εισηγήτρια, Εφέτες τους οποίους όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διεύθυνσης του Εφετείου Αθηνών και τη Γραμματέα Έλενα Παϊλα.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 24 Οκτωβρίου 2024, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των καλούντων:1)……. και 2)…… οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν στο Δικαστήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κυριάκο Μακαρώνα του Ελευθερίου (Α.Μ. Δ.Σ. Αθηνών 006484), βάσει δήλωσης κατ’ άρθρ. 242 παρ.2 ΚΠολΔ, ο οποίος κατέθεσε το υπ’ αριθμ. Π5324867/2024 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών και ενσήμων.
Των καθ’ων η κλήση :1)………………… 2)………….. οι οποίες εκπροσωπήθηκαν στο Δικαστήριο από την πληρεξουσία δικηγόρο τους Θεοδώρα Μήτσιου (Α.Μ./Δ.Σ.Α. 026692), βάσει δήλωσης κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, η οποία κατέθεσε το υπ’αριθμ. Π5332997/2025, γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών και ενσήμων του ΔΣΑ
3)της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ….. η οποία εκπροσωπήθηκε στο Δικαστήριο από την πληρεξουσία δικηγόρο της Σεβαστή Ντογιάκου του Ισιδώρου (Α.Μ. Δ.Σ.Αθηνών 032444), βάσει δήλωσης κατ’ άρθρ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, η οποία κατέθεσε το υπ’αριθ. Π533447/2024 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών και ενσήμων και
4)της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία ………….. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε στο Δικαστήριο από την πληρεξουσία δικηγόρο της Βασιλική Νακοπούλου του Αθανασίου (Α.Μ.Δ.Σ.Αθηνών 012162), βάσει δήλωσης κατ’ αρθρ.242 παρ.2 ΚΠολΔ, η οποία κατέθεσε το υπ’αριθ.Π5345541/2024 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών και ενσήμων.
Οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι – αντεκκαλούντες με την από 18-9-2008 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ……… 2008 αγωγή τους ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (τακτική διαδικασία) ζήτησαν να γίνουν δεκτά τα αναφερόμενα σε αυτή. Η δεύτερη εναγομένη – εκκαλούσα – αντεφεσίβλητη με την από 17-2-2010 και με αριθμ. καταθ……2010 προσεπίκληση – παρεμπίπτουσα αγωγή ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου ζήτησε να γίνουν δεκτά τα αναφερόμενα σε αυτήν. Το παραπάνω Δικαστήριο, αφού δίκασε αντιμωλία των διαδίκων, εξέδωσε την υπ’ αριθμόν………. 2021 απόφασή του, με την οποία συνεκδίκασε την αγωγή και την προσεπίκληση – παρεμπίπτουσα αγωγή, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως προς τον πρώτο ενάγοντα Ι.Ο. απέρριψε αυτήν ως προς τους λοιπούς και απέρριψε την προσεπίκληση – παρεμπίπτουσα αγωγή.
Την απόφαση αυτή προσέβαλαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ι) τα τέκνα του αποβιώσαντος πρώτου των εναγομένων, και κληρονόμοι του που συνέχισαν τη δίκη ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου με την από 23-4-2021 και με αριθμό έκθεσης ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ……….2021 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου και προσδιορισμού δικασίμου ενώπιον του Εφετείου Αθηνών……2021 έφεσή τους στρεφόμενη κατά του πρώτου ενάγοντα Ι.Ο. η δεύτερη εναγομένη με την από 11-5-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ……2021 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου και προσδιορισμού δικασίμου ενώπιον του Εφετείου Αθηνών…………2021 έφεσή της στρεφόμενη κατά των τεσσάρων εναγόντων και της παρεμπιπτόντως εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας και ιιι) ο πρώτος και η δεύτερη των εναγόντων – εφεσίβλητοι με την από 7-4-2022 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου και προσδιορισμού δικασίμου ενώπιον του Εφετείου Αθηνών ………2022 αντέφεση τους, στρεφομένη κατά των εναγομένων (τέκαν του εναγομένου ιατρού και……Α.Ε.)και της παρεμπιπτόντως ασφαλιστικής εταιρείας , επί των οποίων εκδόθηκε η υπ’ αριθμ 3099/2023 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, που διέταξε τη διενέργεια προς συζήτηση με την από 14-12-2023 και με αριθμ.καταθ. ….2023 κλήση των εφεσιβλήτων – εναγόντων – αντεκκαλούντων, της οποίας δικάσιμος ορίστηκε αυτή αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
Η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο με αριθμό….και συζητήθηκε.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων παραστάθηκαν βάσει δηλώσεως κατ’ αρθρ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και προκατέθεσαν προτάσεις.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι) Στην από 18-9-2008 και με αριθμ. καταθ.177724/8906/726-9-2008 αγωγή τους οι ενάγοντες ιστορούσαν ότι ο πρώτος εξ αυτών υπέστη την αναφερομένη στην αγωγή σωματική κάκωση και βλάβη της υγείας του από τον περιγραφόμενο στην αγωγή αδέξιο χειρισμό του πρώτου εναγομένου – ιατρού, προστηθέντα από τη δεύτερη εναγομένη, ο οποίος κατά την επέμβαση δεν επέδειξε την απαιτούμενη προσοχή και επιμέλεια και την αδιαφορία που επέδειξε μετεγχειρητικά και ζητούσαν, όπως παραδεκτά περιόρισαν το αίτημα της αγωγής στο σύνολο του σε αναγνωριστικό, α) να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι υποχρεούνται εις ολόκληρον έκαστος να καταβάλουν 1) στον πρώτο το ποσό των 55.673,36€ για τη θετική ζημία που υπέστη, αναλυόμενη σε αμοιβές γιατρών, αποκλειστικής νοσοκόμου, δαπάνες νοσηλείας στην Ελλάδα, στην Αγγλία και στην Κύπρο, δαπάνες διαμονής στο εξωτερικό κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή και το ποσό των 150.000,00€ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, στη δεύτερη το ποσό των 100.000,00€ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και 3) το ποσό των 75.000,00 σε εκάστη των λοιπών ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, όλα τα ποσά με το νόμιμο τόκο από την επομένη του ζημιογόνου γεγονότος (27-10-2004) και επικουρικά από την επίδοση της αγωγής, β) να απαγγελθεί η προσωπική κράτηση του πρώτου εναγομένου διάρκειας έξι μηνών, ως μέσο εκτέλεσης της απόφασης που θα εκδοθεί, γ) να κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή η απόφαση που θα εκδοθεί και τέλος να καταδικασθούν οι εναγομένοι στη δικαστική τους δαπάνη. Πριν τη συζήτηση της αγωγής αυτής απεβίωσε ο πρώτος εναγόμενος και τη δίκη παραδεκτά συνέχισαν τα τέκνα αυτού και κληρονόμοι του…….και ……(286 αρ. α, 287,291,292 ΚΠολΔ). Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του……..2021 συνεκδίκασε την αγωγή με την από 17-2-2010 και με αριθμ. καταθ. ……2010 προσεπίκληση – παρεμπίπτουσα αγωγή της δεύτερης των εναγομένων κατά της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία……………., που είχε αναλάβει, υπό τα εκτιθέμενα σε αυτή, με το υπ’αριθμ. ……………ασφαλιστήριο συμβόλαιο αστικής ευθύνης, με αριθμό ανανέωσης …………..την υποχρέωση να της καταβάλει το ασφάλισμα σε περίπτωση επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης που θα προέκυπτε συνεπεία αμελείας, σφάλματος ή παραλείψεως κατά την άσκηση των καθηκόντων του επιστημονικού προσωπικού της προσεπικαλούσας μέχρι του ποσού των 300.000,00€ και με την οποία η προσεπικαλούσα – παρεμπιπτόντως ενάγουσα ζητούσε, όπως παραδεκτά περιόρισε το αίτημα της παρεμπίπτουσας αγωγής στο σύνολο του σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί ότι η παρεμπιπτόντως εναγομένη υποχρεούται να της καταβάλει κάθε ποσό που τυχόν υποχρεωθεί να καταβάλει στου ενάγοντες της κύριας αγωγής, μέχρι του ποσού των 300.000,00€, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, β) να κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή η απόφαση που θα εκδοθεί και τέλος γ) να καταδικαστεί η καθ’ης στη δικαστική της δαπάνη. Ακολούθως αφού έκρινε α)την αγωγή παραδεκτή, ορισμένη και νομιμη, πλην των αιτημάτων περί προσωρινής εκτελεστότητας και επιβολής ποινών ως προς τον πρώτο των εναγομένων, ορθά μη νόμιμη ως προς τις λοιπές ενάγουσες, με την αιτιολογία ότι δεν ήταν αμέσως παθούσες από την τελεσθείσα σε βάρος του πρώτου των εναγόντων αδικοπραξία ώστε να δικαιούνται την εκ του άρθρου 932ΑΚ αποζημίωση λόγω ηθικής βλάβης, αλλά εμμέσως, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από τη δεύτερη εναγομένη με τον υπό στοιχείο (β) λόγο της αντέφεσης, ο οποίος τυγχάνει εξ αυτού του λόγου απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος και β) την παρεμπίπτουσα αγωγή παραδεκτή, ορισμένη και νόμιμη, πλην του αιτήματος περί προσωρινής εκτελεστότητας, δέχθηκε α) την αγωγή εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη, ως προς τον πρώτο των εναγόντων και αναγνώρισε την υποχρέωση των εναγομένων να του καταβάλουν εις ολόκληρον έκαστος το ποσό των 50.328,87€ ως θετική ζημία και το ποσό των 60.000,00€ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και συμψήφισε τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων λόγω της εν μέρει νίκης και εν μέρει ήττας αυτών και β) απέρριψε την παρεμπίπτουσα αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, δεχόμενο ότι συνέτρεχε περίπτωση απαλλαγής της παρεμπιπτόντως εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας και καταδίκασε την παρεμπιπτόντως ενάγουσα στα δικαστικά έξοδα της παρεμπιπτόντως εναγομένης εκ ποσού 2.200,00€.
II) Κατά της απόφασης αυτής παραπονούνται α) τα τέκνα του πρώτου των εναγομένων, ήδη αποβιώσαντος , που συνεχίζουν τη δίκη, με την από ………του Εφετείου Αθηνών …………..έφεση, ζητώντας την εξαφάνισή της, προκειμένου να απορριφθεί η με αριθ. κατά………….2008 αγωγή στο σύνολό της, άλλως να μεταρρυθμιστεί ως προς το ύψος της αποζημίωσης, β) η δεύτερη εναγομένη με την από 11-5-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου και προσδιορισμού δικασίμου ενώπιον του Εφετείου Αθηνών …..21 έφεση, ζητώντας την εξαφάνισή της, προκειμένου να απορριφθεί η με αριθ.καταθ…..2008 αγωγή στο σύνολό της, να γίνει δεκτή η ασκηθείσα από αυτήν παρεμπίπτουσα αγωγή και σε περίπτωση ευδοκίμησης της αγωγής να υποχρεωθεί η παρεμπιπτόντως εναγομένη να της καταβάλει ό,τι υποχρεωθεί αυτή να καταβάλει στον ενάγοντα της κυρίας αγωγής και γ) οι δύο πρώτοι των εναγόντων, με την από 7-4-2022 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου και προσδιορισμού δικασίμου ενώπιον του Εφετείου Αθηνών ……..2022 αντέφεση, παραπονούμενοι για το ύψος τηςηθικής βλάβης του πρώτου, την απόρριψη του κονδυλίου της ηθικής βλάβης ως προς τη δεύτερη, την απόρριψη της παρεμπίπτουσας αγωγής, την παράλειψη της εκκαλουμένης να συμπεριλάβει διάταξη για το νομιμότοκο του επιδικασθέντος ποσού και την απόρριψη των επί μέρους κονδυλίων της θετικής ζημίας εκ ποσού 2.445€ και 1.800€. Επί των εφέσεων αυτών και της αντέφεσης εξεδόθη η μη οριστική υπ’ αριθμ. ….2023 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, δυνάμει της οποίας, αφού διατάχθηκε η συνεκδίκαση ων εφέσεων και της αντέφεσης, κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της υπό στοιχείο (β) ως άνω έφεσης ως προς την τρίτη και τέταρτη των εφεσιβλήτων ελλείψει κλήτευσής τους, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η αντέφεση ως προς την καθ’ης η αντέφεση, ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία …… ελλείψει νομιμοποίησής της, έγιναν αυτές τυπικά δεκτές και διατάχθηκε, για την καλύτερη διάγνωση της διαφοράς, χωρίς την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης από τον διορισθέντα προς τούτο, ιατρό χειρουργό, ουρολόγο – ανδρολόγο, προκειμένου να αποφανθεί επί της σωματικής βλάβης του πρώτου των εναγόντων και περί της συνάφειας αυτής με χειρισμούς του πρώτου των εναγομένων ιατρού και κατά την ένδικη επέμβαση και μετεγχειρητικά, η οποία διενεργήθηκε. Κατόπιν τούτων νόμιμα επαναφέρονται προς συζήτηση οι ως άνω εφέσεις και αντέφεση με την από 14-12-2023 και με αριθ. ……..2023 κλήση των εναγόντων – εφεσιβλήτων – αντεκκαλούντων.
ΙΙΙ) Από την επανεκτίμηση της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα των εναγόντων, που περιλαμβάνεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων και αποδεικτικών μέσων που προσάγονται πρώτη φορά στο παρόν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, κατ’ άρθρ. 529 παρ. 1 ΚΠολ.Δ., καθόσον δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της παρ. 2 του ιδίου άρθρου 529 ΚΠολΔ και δη των ανανεωτηρίων συμβολαίων της ένδικης σύμβασης ασφάλισης με αριθμούς …για το χρονικό διάστημα από 23-5-2005 έως 23-5-2006, 15009276 για το χρονικό διάστημα από 23-5-2006 έως 23-5-2007, για το χρονικό διάστημα από 23-5-2007 έως 23-5-2008 και …….. για το χρονικό διάστημα από 23-5-2008 έως 23-5-2009, αφού δεν προκύπτει ότι η μη προσκομιδή τους ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου έγινε από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια, όπως ακολούθως θα αναφερθεί, τα οποία (έγγραφα) λαμβάνονται υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για συναγωγή τεκμηρίων, για κάποια από τα οποία γίνεται ιδιαίτερη σημείωση ακολούθως, χωρίς πάντως να παραλείπεται κανένα κατά την εκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης (ΑΠ 9/2023, ΑΠ 194/2020, ΑΠ 386/2015, ΑΠ 1001/2012 δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), των υπ’αρ……..2012 ενόρκων βεβαιώσεων των μαρτύρων ………………….,ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι ενάγοντες και οι οποίες έχουν ληφθεί μετά από νομότυπη κλήτευση των εναγομένων, των υπ’αριθ. και…./1-2-2012 ένορκων βεβαιώσεων των μαρτύρων …………………..και …………….. ενώπιον της συμβ/φου Αθηνών ………….που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι εναγόμενοι, οι οποίες έχουν ληφθεί μετά από νομότυπη κλήτευση των εναγόντων διά του πληρεξουσίου τους δικηγόρου, Κυριάκου Μακαρώνα που υπέγραψε την αγωγή και θεωρείται αντίκλητος των εναγόντων για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στην ανοιγείσα με την ένδικη αγωγή δίκη (143παρ.3, 96,97,104 ΚΠολΔ,) (ΑΠ 1330/2020, ΑΠ 991/2012 δημ.ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), που λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο τούτο, κατά το βάσιμο τέταρτο λόγο της υπό στοιχείο (α) έφεσης, ως νομίμως ληφθείσες, ενώ δε λήφθηκαν υπόψη από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, την από 3-1-2024 και με αριθμό ….έκθεση της διενεργηθείσας πραγματογνωμοσύνης, αποδεικνύονται κατά την κρίση του Δικαστηρίου τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο πρώτος ενάγων, σύζυγος της δεύτερης ενάγουσας, εισήχθη στο θεραπευτήριο..στην Αθήνα, τη λειτουργία και εκμετάλλευση του οποίου έχει η δεύτερη εναγομένη, στις 25-10-2004, προκειμένου να υποβληθεί σε προγραμματισμένη επέμβαση διουρηθρικής προστατεκτομής και λιθοτριψίας, λόγω του ότι εμφάνιζε από διετίας πρόβλημα στην ούρηση με αποφρακτικά συμπτώματα και της ύπαρξης λίθων στην ουροδόχο κύστη. Η επέμβαση διενεργήθηκε την επομένη, 26-10-2004, από τον πρώτο εναγόμενο, ιατρό – ουρολόγο, χειρουργό, υπό γενική αναισθησία, με χρήση λαρυγγικής μάσκας κατά τη διάρκεια της οποίας αφαιρέθηκε ο μέσος λοβός του προστάτη και οι δύο πλάγιοι. Κατά την παθολογοανατομική εξέταση παρατηρήθηκαν τμήματα ινομυώδους υποστρώματος προστάτου και αυχένος ουροδόχου κύστεως, που περιέκλειαν υπερπλασόμενους αδενικούς σχηματισμούς που σχημάτιζαν όζους. Το υπόστρωμα κατά θέσεις παρουσίαζε αυξημένη ίνωση και ως συμπέρασμα διαπιστώθηκαν τμήματα διουρηθρικής προστατεκτομής με αλλοιώσεις αδενωματώδους υπερπλασίας, ενώ στοιχεία κακοήθειας δεν παρατηρήθηκαν. Η ως άνω διουρηθρική προστατεκτομή του προστάτη (TUR-P) με αφαίρεση τόσο του μέσου όσο και των πλάγιων λοβών, αποτέλεσε, με βάση τις κατευθυντήριες οδηγίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης Ουρολόγων (EAU), την ενδεδειγμένη μέθοδο αντιμετώπισης της αποφρακτικής καλοήθους υπερτροφίας του προστάτη (βλ. σχετικά και έκθεση πραγματογνωμοσύνης στην παράγραφο Ερώτηση 1). Μετεγχειρητικά η κατάσταση της υγείας του επιδεινώθηκε, καθώς παρουσίασε οξεία νεφρική ανεπάρκεια, για την αντιμετώπιση της οποίας διακομίστηκε την 1η – 11-2004 στη Νεφρολογική Κλινική του Λαϊκού Νοσοκομείου, όπου παρέμεινε νοσηλευόμενος μέχρι 19-11-2004. Ακολούθως αποδείχθηκε ότι μετά την αφαίρεση του καθετήρα Folley που έφερε κατά τη νοσηλεία του, εμφάνισε ακράτεια ούρων, η οποία παρά τη φαρμακευτική αγωγή δεν αποκαταστάθηκε. Στις 20-1-2005 ο πρώτος ενάγων προσήλθε στα εξωτερικά ιατρεία του Λαϊκού Νοσοκομείου με έντονο ρίγος και υψηλό πυρετό. Διαπιστώθηκε επώδυνος διόγκωση του αριστ. ημιοσχέου, που απεδόθη σε οξεία επιδιδυμίτιδα. Τότε υποβλήθηκε και σε ουροδυναμικό έλεγχο, ο οποίος ήταν ενδεικτικός υποκυστικού κωλύματος με δευτεροπαθή αστάθεια εξωστήρα. Συνεστήθη επανέλεγχος καθώς και ενδοσκοπικός έλεγχος – ουρηθροσκυστεοσκόπηση – με το ενδεχόμενο να απαιτηθεί νέα διουρηθρική εκτομή, πλην όμως ο ενάγων δεν την πραγματοποίησε στο ως άνω νοσοκομείο (βλ. σχετ.εξιτήριο από…..απο 20-1-2015 γνωμάτευση …….στο Λαϊκό Νοσοκομείο – Α’ουρολογική κλινική και από 12-5-2006 ιατρικό σημείωμα). Ακολούθως, εμμένουσας της ακράτειας, υποβλήθηκε σε ουρηθροσκόπηση στο Νοσοκομείο «ΕΡΡΙΚΟΣ ΝΤΥΝΑΝ», οπότε διαπιστώθηκε μαλακό στένωμα στην περιοχή του έξω σφιγκτήρα (βλ. από 11-2-2005γνωμάτευση Χαραλ.Θεοδώρου). Εν συνεχεία, στις 17-4-2006, λόγω της ουλώδους σύγκλεισης του κυστικού αυχένα, υποβλήθηκε σε οπτική ουρηθροτομή και διάνοιξη, που πραγματοποιήθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο «ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΕΝΝΗΜΑΤΑΣ». Από τον ουρηθροκυστεοσκοπικό έλεγχο δεν διαπιστώθηκε σύγκλειση ουρήθρας στην περιοχή του έξω σφιγκτήρα, πιθανότατα απότοκος του προγενεστέρου χειρουργείου (ενν. το χειρουργείο της διουρηθρικής προστατεκτομής που πραγματοποιήθηκε από τον εναγόμενο) και προς αντιμετώπιση της ακράτειας ούρων διαπιστώθηκε ότι έχρηζε εξωτερικού σφιγκτήρα για την ουρήθρα (βλ.σχετικά από 18-5-2006 γνωματεύσεις Κων.Ντούμα). Τέλος ο ενάγων στις 6-6-2006 υποβλήθηκε εκ νέου σε ουρηθροκυστεοσκόπηση στο Ιατρικό Κέντρο…που διατηρεί ο αδερφός του στην Κύπρο, όπου διαγνώστηκε ολική ακράτεια ούρων με σοβαρή υποψία ανεπάρκειας σφιγκτήρα μετά από TURP και συνεστήθη η εγκατάσταση πρόσθεσης σφιγκτήρα (βλ. από 9-6-2006 διάγνωση και από 29-1-2007 γνωμάτευση), που πραγματοποιήθηκε στο Νοσοκομείο του Λονδίνου «London Bridge», στις 11-9-2007 και ενώ είχε προηγηθεί η εισαγωγή του στο ίδιο νοσοκομείο στις 14-5-2007 για τον ίδιο λόγο, οπότε δεν κατέστη δυνατή η εμφύτευση λόγω της διαπιστούμενης στένωσης . Κατά τη δεύτερη χρονικά νοσηλεία του διενεργήθηκε κυστεοσκόπηση υπό γενική αναισθησία και στη συνέχεια εκτελέστηκε περινεϊκή τομή μέσης γραμμής και εμφυτεύθηκε ένας τεχνητός ουρικός σφιγκτήρας με περιαυχένιο (cuff) 4,5 εκ. γύρω από τη βολβική ουρήθρα, ο οποίος στη συνέχεια απενεργοποιήθηκε. Παρέμεινε νοσηλευόμενος από 10-9-2007 και για τρεις ημέρες οπότε εξήλθε. Η ενεργοποίηση του τεχνητού σφιγκτήρα που εμφυτεύθηκε ενεργοποιήθηκε στο ίδιο νοσοκομείο στις 15-10-2007 και παρέμεινε στο Ηνωμένο Βασίλειο μέχρι 19-10-2007 οπότε επέστρεψε στην οικία του στην Ελλάδα (βλ. προσκομιζόμενα σε μετάφραση ιατρικά πιστοποιητικά του Νοσοκομείου του Λονδίνου London Bridge). Ο πρώτος εναγόμενος,….ουρολόγος – χειρουργός ιατρός, ήδη αποβιώσας, στη θέση του οποίου υπεισήλθαν οι κόρες τους κατά τα προαναφερόμενα, κατά το χρόνο της ανωτέρω επέμβασης τύγχανε αναπληρωτής καθηγητής ουρολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών και Δ/της της Α’Ουρολογικής Κλινικής του…..Νοσοκομείου Αθηνών. Ενόψει της αναγκαιότητας της επέμβασης και της αναμονής που παρετηρείτο στο ……….Νοσοκομείο, όπου επιθυμούσε να χειρουργηθεί ο πρώτος ενάγων, ο πρώτος εναγόμενος υπέδειξε το …..(δεύτερη εναγομένη εταιρεία) ως το κατάλληλο χειρουργικό και διαγνωστικό κέντρο για την διενέργεια της επέμβασης από τον ίδιο, όπου και τελικά διενεργήθηκε κατά τα προαναφερόμενα. Όσον αφορά δε στη σωματική βλάβη που υπέστη ο πρώτος ενάγων (ρήξη – καταστροφή του έξω σφιγκτήρα), με αποτέλεσμα την ακράτεια ούρων και την ανάγκη τοποθέτησης τεχνητού σφιγκτήρα, αποδείχθηκε ότι αυτή προκλήθηκε από λανθασμένο χειρισμό του πρώτου εναγομένου κατά τη διενεργηθείσα επέμβαση της 26-10-2004 στο θεραπευτήριο της δεύτερης εναγομένης, όμως τούτο προκύπτει από την από 18-5-2006 γνωμάτευση του χειρουργού ουρολόγου …………στο ΓΝΑ «ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΕΝΝΗΜΑΤΑΣ», τις από 9-6-2006 και από 29-1-2007 γνωματεύσεις του….., το πόρισμα της διενεργηθείσας πραγματογνωμοσύνης, σε συνδυασμό με την ανυπαρξία άλλης αποδεδειγμένης αιτίας, ή προγενέστερης πάθησης, ο οποίος (πρώτος των εναγομένων) κατά τη διενεργηθείσα επέμβαση δεν κατέβαλε την προσοχή που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει και έτσι δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε. Τον δε ενάγοντα δε βαρύνει κανέναν πταίσμα από μόνο το γεγονός ότι γνώριζε την πάθησή του και αποφάσισε να υποβληθεί στην προτεινόμενη από τον εναγόμενο ιατρική επέμβαση κατόπιν ωρίμου σκέψεως, όπως αβάσιμα διατείνονται τα τέκνα του θεράποντος ιατρού – πρώτου εναγομένου. Ως μόνη δε ενδεδειγμένη ιατρικά πρόταση για την αποκατάσταση της καταστροφής του έξω σφιγκτήρα ήταν η εμφύτευση τεχνητού, όπως και έγινε κατά τα αμέσως προαναφερόμενα, ώστε η βλάβη που υπέστη στο σώμα του ο ενάγων από τους λανθασμένους χειρισμούς του πρώτου εναγομένου ιατρού κατά τη διενεργηθείσα επέμβαση στις 26-10-2004 να συνδέεται αιτιωδώς με την εμφύτευση τεχνητού σφιγκτήρα στη Μ.Βρετανία τον Οκτώβριο του 2007. Επιπροσθέτως μετεγχειρητικά η κατάσταση της υγείας του πρώτου των εναγόντων επιδεινώθηκε, καθώς, όπως ελέχθη, παρουσίασε οξεία νεφρική ανεπάρκεια, για την αντιμετώπιση της οποίας διακομίστηκε τν 1η -11-2004 στη Νεφρολογική Κλινική του …… Νοσοκομείου, όπου παρέμεινα νοσηλευόμενος μέχρι 19-11-204. Η επιδείνωση αυτή οφείλεται σε ελλιπή ιατρική φροντίδα τόσο από τον θεράποντα ιατρό του, πρώτο των εναγομένων, ο οποίος παρά τον επίμονο πυρετό επί τριήμερο, μετά την επέμβαση και τους αυξημένους αιματολογικούς δείκτες της ουρίας και της κρεατινίνης, επισκέφθηκε τον ασθενή του την 1-12-2004, οπότε και κρίθηκε αναγκαία η διακομιδή του στο …..Νοσοκομείο, όπου και αντιμετωπίστηκε η διαγνωσθείσα οξεία νεφρική ανεπάρκεια, μετά από πολυήμερη νοσηλεία, όσο και από το ιατρικό προσωπικό της δεύτερης εναγομένης, το οποίο, αν και είχε διαπιστωθεί από τη γενική αίματος και τις βιοχημικές εξετάσεις, η ύπαρξη διαταραχής της νεφρικής λειτουργίας από 27-10-224 και η επιδείνωση αυτής, αρκέστηκε έκτοτε στην καθημερινή επανάληψη της γενικής αίματος και των βιοχημικών εξετάσεων, οι οποίες δεν ήταν προφανώς ικανές για την αντιμετώπιση του προβλήματος. Η νεφρική αυτή δυσλειτουργία ήταν απότοκη του συνδρόμου απορρόφησης μετά τη διουρηθρική προστατεκτομή, όπως άλλωστε συνομολογείται από τους εκκαλούντες της υπό στοιχείο (α) έφεσης βλ. 14η σελίδα της έφεσης) και ως συνήθης επιπλοκή έχρηζε ιδιαίτερης προσοχής και φροντίδας. Με βάση τα ανωτέρω αποδείχθηκε επιπλέον ότι ο πρώτος εναγόμενος κατά την εκτέλεση των συγκεκριμένων ως άνω ιατρικών πράξεων τελούσε σε σχέση πρόστησης με τη δεύτερη εναγόμενη (άρθρ. 922 ΑΚ), καθόσον ανέλαβε να εκτελέσει την ένδικη επέμβαση στον πρώτο ενάγοντα, στα πλαίσια μεν της σχέσης ελεύθερης συνεργασίας που διατηρούσε με την δεύτερη εναγομένη, σε τόπο δε και χρόνο που όρισε αυτή, η οποία επιπλέον του παρείχε τον αναγκαίο εξοπλισμό, προσωπικό και συναφείς διευκολύνσεις, χωρίς να ασκεί νόμιμη επιρροή το γεγονός της ανεξαρτησίας του αναφορικά με την άσκηση των κύριων ιατρικών καθηκόντων του, δεδομένου ότι δεν είναι δυνατή στην προκειμένη περίπτωση η παροχή ειδικών οδηγιών στο γιατρό, για τον τρόπο διενέργειας των ιατρικών πράξεων, καθόσον ο ιατρός είναι υποχρεωμένος κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του να ενεργήσει όχι σύμφωνα με τις τυχόν ειδικές αυτές οδηγίες, αλλά σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές της ιατρικής επιστήμης και τέχνης (άρθρο 24 α.ν. 1565/1939). Η επαγγελματική δε δραστηριότητα του πρώτου εναγομένου ενέπιπτε στον επαγγελματικό και επιχειρηματικό κύκλο δράσης της δεύτερης εναγομένης, η οποία ωφελούνταν από την εν λόγω δραστηριότητα, αφού έτσι κατάφερνε να επεκτείνει τον επαγγελματικό κύκλο δράσης της και συνακόλουθα τα κέρδη της υφισταμένης ως εκ τούτων της εξάρτησης, έστω και χαλαρής, ου εναγομένου ιατρού από τη δεύτερη εναγομένη, όπως απαιτείται για τη θεμελίωση της ευθύνης του προστήσαντος κατ’ άρθρο 922 ΑΚ(ΑΠ 708/2025, ΑΠ 823/2024, ΑΠ 1856/2022 δημΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) και συνεπώς η δεύτερη εναγομένη συνευθύνεται με τον προστηθέντα ιατρό κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξιών (άρθρ. 914, 922 ΑΚ) όπου και θεμελιώνεται η αντικειμενική ευθύνη της. Επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ομοίως, αν και με εν μέρει εσφαλμένη αιτιολογία (ως προς την κρίση περί του ότι η αμέλεια του πρώτου εναγομένου συνίσταται στην τρώση του έξω σφιγκτήρα λόγω της αφαίρεσης των πλαγίων λοβών, χωρίς τούτο να είναι αναγκαίο), η οποία αντικαθίσταται και συμπληρώνεται με την αμέσως παραπάνω διαλαμβανομένη αιτιολογία που στηρίζει το ίδιο διατακτικό (άρθρο 534 ΚΠολΔικ), ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτομένου ως ουσιαστικά αβασίμου του πρώτου, δευτέρου και τρίτου λόγου της υπό στοιχείο (α) έφεσης των τέκνων του εναγομένου ιατρού, με τους οποίους μέμφονται την εκκαλουμένη διότι εσφαλμένα α) έκρινε ότι η σωματική βλάβη του πρώτου ενάγοντα (τρώση του έξω σφιγκτήρα) προκλήθηκε από εσφαλμένο χειρισμό του χειρουργού ιατρού, ο οποίος επιπροσθέτως μετεγχειρητικά δεν επέδειξε την αναγκαία επιμέλεια, β) απέρριψε την ένσταση συντρέχοντας συντρέχοντος πταίσματος του ενάγοντος, γ) δεν δέχθηκε ότι, λόγω της ύπαρξης της σχέσης πρόστησης μεταξύ της δεύτερης και του πρώτου των εναγομένων, η μόνο υπόχρεη είναι η δεύτερη εναγομένη. Ομοίως απορριπτέος τυγχάνει και ο πέμπτος λόγος της έφεσης αυτής, με τον οποίο οι εκκαλούντες μέμφονται την εκκαλουμένη, διότι κατέληξε στην κρίση περί της ευθύνης του εναγομένου ιατρού χωρίς να έχει διενεργηθεί ιατρική πραγματογνωμοσύνη, ως στερούμενος αντικειμένου, καθόσον αυτή (πραγματογνωμοσύνη) ήδη διενεργήθηκε. Επίσης απορριπτέος τυγχάνει και ο πρώτος λόγος της υπό στοιχείο (β) έφεσης, με την οποία η εκκαλούσα (δεύτερη εναγομένη…) μέμφεται την εκκαλουμένη διότι εσφαλμένα έκρινε ότι η σωματική βλάβη του πρώτου ενάγοντα προκλήθηκε από εσφαλμένο χειρισμό του συνεναγομένου χειρουργού ιατρού, ο οποίος επιπροσθέτως δεν επέδειξε μετεγχειρητικά το αναγκαίο ενδιαφέρον και ότι υπήρχε σχέση προστήσεως μεταξύ αυτής και του συνεναγομένου ιατρού. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος εξαιτίας της προαναφερομένης αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των εναγομένων ζημιώθηκε κατά το ποσό των 50.328,87€ για αμοιβές ιατρών, αποκλειστικών νοσοκόμων, νοσηλίων στην Ελλάδα και στο Ηνωμένο Βασίλειο, αγορά ορθοπεδικών υλικών, αναλωσίμων υλικών, έξοδα μετακίνησης, μετάβασης, διαμονής και διατροφής στο εξωτερικό, όπως τούτο κρίθηκε με την εκκαλουμένη, δαπάνες για τις οποίες δεν υπάρχει ειδικός λόγος έφεσης. Αντιθέτως δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων ζημιώθηκε επιπλέον με το ποσό των 1.800€ για έξοδα διατροφής των τέκνων του κατά το χρόνο νοσηλείας του στο Λονδίνο (15 ημέρες x40 € ημερησίως), στο ………. και στο ……. Νοσοκομείο (30 ημέρεςx40€ ημερησίως),δαπάνη η οποία δεν συνδέεται αιτιωδώς με τη νοσηλεία του, αφού δεν αποδείχθηκε ότι δαπάνησε αυτά τα ποσά πλέον των όσων δαπανούσε για τη διατροφή τους πριν και μετά τη νοσηλεία του, ως υπόχρεος προς τούτο συνεπεία της ανηλικότητάς τους. Επίσης δεν αποδείχθηκε ότι δαπάνησε το ποσό των 2.445€ για τη μετάβασή του στην Κύπρο και τη νοσηλεία του στην ιδιωτική κλινική του ……ελλείψει αποδεικτικών προς τούτο στοιχείων και δη έξοδα ιατρικών εξετάσεων, βεβαίωση νοσηλείας επί 7 ημέρες και απόδειξη σχετικής δαπάνης, καθώς και απόδειξη πληρωμής του ιατρού …….στην εν λόγω κλινική, χωρίς να αρκεί προς τούτο η ένορκη βεβαίωση του ……………αδελφού του ενάγοντα και της ………….οικογενειακής φίλης (βλ. σχτ.υπ’αριθμ. …..και…..ένορκες βεβαιώσεις), βεβαιώσεις που δεν μπορεί να αναπληρώσουν την έκδοση των σχετικών παραστατικών, λαμβανομένου επιπλέον υπόψη ότι από το 9-6-2006 έγγραφο του ΙΑΤΡΙΚΟΥ ΚΕΝΤΡΟΥ …..στην Κύπρο προκύπτει μόνο η διενέργεια διαγνωστικής ουρηθροκυστεοσκόπησης στις 6-6-2006 και όχι η νοσηλεία του ενάγοντος και μάλιστα επί επτά ημέρες, όπως ορθά κρίθηκε με την εκκαλουμένη, απορριπτομένου του πέμπτου και του έκτου λόγου της αντέφεσης ως ουσιαστικά αβασίμων. Ακολούθως αποδείχθηκε ότι ο πρώτος ενάγων, γεννηθείς το έτος 1948, κατά το χρόνο της επέμβασης (25-10-2004) διήνυσε το 56ο έτος της ηλικίας του. Εργαζόταν ως καθηγητής μαθηματικών στο 1ο Γυμνάσιο ………από 1-9-1991 έως και 4-10-2009, οπότε συνταξιοδοτήθηκε. Λόγω της ως άνω επέμβασης και ακολούθως έλαβε αναρρωτικές άδειες 26 ημερών από 25-10-2004, 60 ημερών από 20-11-2004, 15 ημερών από 20-1-2005, 4 ημερών από 27-6-2005, μετά το πέρας των οποίων απασχολήθηκε με γραμματειακή στήριξη του σχολείου χωρίς να διδάσκει το μάθημά του, λόγω του προβλήματος της ακράτειας ούρων και των ψυχολογικών προβλημάτων που ανέκυψαν. Ειδικότερα μετά την υποβολή στην ως άνω επέμβαση με τα προαναφερόμενα αποτελέσματα (ακράτεια ούρων) και συνεπεία αυτών διαπιστώθηκε ότι έπασχε από καταθλιπτική συνδρομή με συνοδά συμπτώματα άγχους (ιδεοληψίες και κρίσεις πανικού), τα οποία αντιμετωπίστηκαν φαρμακευτικά και με συστηματικές συνεδρίες ψυχοθεραπείας. Η βελτίωση της κλινικής του εικόνας επήλθε μετά την χειρουργική αποκατάσταση του προβλήματος της ακράτειας σύμφωνα με τις γνωματεύσεις της ψυχιάτρου – ψυχοθεραπεύτριας …….. και του ψυχιάτρου ….Με βάση όλα τα ανωτέρω αποδειχθέντα, από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του πρώτου εναγομένου ιατρού και της αντικειμενικώς ευθυνόμενης προστήσασας εναγομένης κλινικής, πέραν της περιουσιακής ζημίας, προξενήθηκε στον πρώτο ενάγοντα – εφεσίβλητο – αντεκκαλούντα και μη περιουσιακή τοιαύτη στα έννομα αγαθά του (πόνος, ψυχική ταλαιπωρία κ.λ.π.).Για να επέλθει μια κάποια εξισορρόπηση στη δημιουργηθείσα εξ αυτού του λόγου δυσμενή κατάσταση και να του δοθεί η ευχέρεια να την ξεπεράσει, πρέπει να επιδικασθεί υπέρ αυτού εύλογη χρηματική ικανοποίηση σύμφωνα με τα άρθρα 298, 299 και 932 του Α.Κ. Κατόπιν τούτων , το Δικαστήριο εκτιμώντας όλα τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά και ιδίως τις συνθήκες, κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα η αδικοπραξία, τα αγαθά τα οποία προσβλήθηκαν , το βαθμό της υπαιτιότητας του εναγομένου ιατρού, την ηλικία του ενάγοντος κατά το χρόνο της αδικοπραξίας (56 ετών), το είδος της σωματικής βλάβης που υπέστη, την έκταση της προσβολής του σώματος και της υγείας του (πρώτου ενάγοντα), την ταλαιπωρία, τη στενοχώρια και τον πόνο, κυρίως ψυχολογικό, που δοκίμασε την επαγγελματική του υποβάθμιση και τις επιπτώσεις της βλάβης αυτής στην εν γένει οικογενειακή του ζωή, καθώς και την οικονομική και κοινωνική θέση των διαδίκων (καθηγητής ο ενάγων και άνεργες κατά τους μη αποδεικνυόμενους ισχυρισμούς του οι εκκαλούσες και κόρες του πρώτου εναγομένου), χωρίς πάντως να απαιτείται η ειδικότερη αιτιολόγηση εκάστου στοιχείου (ΑΠ 142/2019, ΑΠ1430/2018, ΑΠ 600/2018, ΑΠ 838/2017, ΑΠ 322/2014, ΑΠ1361/2013, ΑΠ 285/2012 δημ ΤΝΠ Νόμος), κρίνει ότι βάσει και των κανόνων της κοινής πείρας και λογικής, για την αποκατάσταση της ηθικής της βλάβης πρέπει να επιδικασθεί στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 60.000,00€ (βλ. ΟλΑΠ 6/2009, ΑΠ 375/2021, ΑΠ664/2020, ΑΠ 870/2020 ΕφΠειρ12/2021 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Το ποσό αυτό κρίνεται δίκαιο και εύλογο, δηλαδή ανάλογο με τις συγκεκριμένες περιστάσεις της προκείμενης περίπτωσης, αλλά και σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος και 2,9 παρ. 2 και 10 παρ. 2 της ΕΣΔΑ), όπως η αρχή αυτή εξειδικεύεται με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ για τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης (ΟλΑΠ 9/2015). Συνεπώς το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ομοίως δεν έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων, απορριπτομένου του σχετικού έκτου λόγου της υπό στοιχείο (α) έφεσης, με τον οποίο παραπονούνται οι εκκαλούσες- τέκνα του αποβιώσαντος πρώτου των εναγομένων, διότι το θεωρούν υπέρογκο και διότι παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητος και απορριπτομένου του πρώτου λόγου της αντέφεσης με τον οποίο παραπονείται ο αντεκκαλών – ενάγων – εφεσίβλητος, διότι το θεωρεί ελλιπές. Κατόπιν τούτων, η κρινομένη αγωγή πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως και κατ’ ουσίαν βάσιμη και να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι υποχρεούνται να καταβάλουν στον πρώτο ενάγοντα, για όλες τις ανωτέρω αιτίες, εις ολόκληρον έκαστος, το συνολικό ποσό των 110.328,87€ (=50.328,87+60.000), νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και μέχρις εξοφλήσεως, όπως ορθά κρίθηκε με την εκκαλουμένη, Ακολούθως αποδείχθηκε ότι η ασφαλιστική εταιρεία……………….,είχε αναλάβει, με το υπ’αριθμ. ……… ασφαλιστήριο συμβόλαιο αστικής ευθύνης, διάρκειας ενός έτους, ήτοι από 23-5-2003 έως 23-5-2004, την υποχρέωση να καταβάλει στη δεύτερη εναγομένη το ασφάλισμα σε περίπτωση επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης που θα προέκυπτε συνεπεία αμελείας, σφάλματος ή παραλείψεως κατά την άσκηση των καθηκόντων του επιστημονικού προσωπικού της παρεμπιπτόντως ενάγουσας – προσεπικαλούσας – δεύτερης εναγομένης μέχρι του συνολικού ποσού των 300.000,00€ και ειδικότερα για σωματικές βλάβες κατ’ άτομο μέχρι του ποσού των 150.000,00€ και για υλικές ζημιές μέχρι του ποσού των 150.000,00€, οριζομένης απαλλαγής σε βάρος της ασφαλισμένης – δεύτερης εναγομένης για το ποσό των 15.000,00€ για κάθε απαίτηση/ζημία. Στο ποσό αυτό που αποτελεί το ανώτατο όριο ευθύνης της παρεμπιπτόντως εναγομένης περιλαμβάνονται, κατά το άρθρο 3 της ασφαλιστικής σύμβασης, τα ποσά που καταβάλει ο ασφαλιστής ως αποζημίωση σε τρίτους, τα ποσά της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, τυχόν τόκοι υπερημερίας, καθώς και τα δικαστικά έξοδα και δαπάνες που επιδικάστηκαν σε βάρος του ασφαλισμένου. Κατά τη λήξη του και έκτοτε το εν λόγω συμβόλαιο ……….ανανεωνόταν διαδοχικά κάθε χρόνο, δυνάμει των ακόλουθων με αριθμό ανανέωσης συμβολαίων, διατηρώντας τον ίδιο αριθμό συμβολαίου …….. από 23-5-2004 έως 23-5-2003,……….από 23-5-2005 έως 23-5-2006,………..από 23-5-2006 έως 23-5-2007, ………από 23-5-2007 έως 23-5-2008 και ………..όπως άλλωστε τούτο βεβαιώνεται και από την ίδια ως άνω ασφαλιστική εταιρεία …….. με την προσκομιζομένη από αυτήν από 16-5-2002 βεβαίωση – δήλωση (βλπ και προσκομιζόμενα από……… ασφαλιστήριο συμβόλαιο και ανανεωτήρια συμβόλαια). Με το άρθρο 1 των Γενικών όρων του ως άνω Ασφαλιστηρίου Αστικής Ευθύνης συμφωνήθηκε ότι ……….ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ αναλαμβάνει την υποχρέωση να αποδώσει για λογαριασμό του ασφαλιζομένου: Ι) τα ποσά εκείνα, μέχρι του ορίου της αποζημίωσης που περιγράφεται στον πίνακα ασφάλισης, τα οποία ο ασφαλιζόμενος καταστεί υπόχρεος να καταβάλει ως αποζημίωση για παράβαση επαγγελματικού καθήκοντος του επαγγέλματος που δηλώθηκε στην πρόταση ασφάλισης και αναγράφεται στο παρόν ασφαλιστήριο, από οποιαδήποτε απαίτηση η οποία εγέρθηκε για πρώτη φορά εναντίον του και αναγγέλθηκε με γραπτή δήλωση του στον Ασφαλιστή: 1) κατά τη διάρκεια της περιόδου ασφάλισης που αναγράφεται στον πίνακα ασφάλισης ή 2) εντός 30 ημερών από την ημερομηνία λήξης της περιόδου ασφάλισης, εκτός αν έχει συμφωνηθεί διάστημα μεγαλύτερο των τριάντα ημερών και αναγράφεται ως ειδική συμφωνία στον πίνακα ασφάλισης. Στην περίπτωση επέλευσης οποιουδήποτε γεγονότος από το οποίο ενδέχεται να ανακύψει απαίτηση στα πλαίσια του παρόντος ασφαλιστηρίου ή οποιωνδήποτε άλλων συνθηκών από τις οποίες μπορεί εύλογα να υποτεθεί ότι δύναται να ανακύψει απαίτηση, ο ασφαλιζόμενος θα ενημερώσει σχετικά εγγράφως τον ασφαλιστή, εντός της περιόδου που αναγράφεται πιο πάνω. Δοθείσης της εν λόγω γραπτής δήλωσης/αναγγελίας σε χρονικό διάστημα όχι μεγαλύτερο των 30 ημερών, οποιαδήποτε απαίτηση στην οποία οδήγησαν αυτά τα γεγονότα ή οι συνθήκες και η οποία δύναται να εγερθεί εντός περιόδου 48 μηνών μετά τη λήξη της περιόδου ασφάλισης που αναγράφεται στον πίνακα ασφάλισης θα θεωρείται για τον σκοπό του παρόντος ασφαλιστηρίου ότι έγινε κατά τη διάρκεια ισχύος του παρόντος, λόγω οποιασδήποτε αμελούς πράξης, σφάλματος ή παράλειψης η οποία διεπράχθη ή φέρεται ότι διεπράχθη ι) κατά τη διάρκεια της περιόδου της παρούσας ασφάλισης, ή ιι) κατά τη διάρκεια της αναδρομικής περιόδου ισχύος εφόσον έχει συμφωνηθεί αναδρομική ισχύς της ασφάλισης, η οποία καθορίζεται ρητά και αναγράφεται ως ειδική συμφωνία στον πίνακα ασφάλισης». Σύμφωνα με την παραπάνω ρήτρα ανακάλυψης και δήλωσης, δεν αρκεί για τη θεμελίωση ευθύνης του ασφαλιστή και τη γέννηση του ασφαλιστικού κινδύνου μόνο να λάβει χώρα η ζημία μέσα στη διάρκεια της ασφαλιστικής περιόδου ,αλλά και να ανακαλυφθεί και να δηλωθεί εντός αυτής από την ασφαλισμένη κλινική. Έτσι λόγω των ρητρών αυτών το επίδικο ασφαλιστήριο συμβόλαιο είναι τύπου «claims made basis» (ΟλΑΠ 14/2013 δημ ΤΝΠ Νόμος). Συνεπώς, κατά τους όρους του ασφαλιστηρίου, οι οποίοι ρητά συμφωνήθηκαν ως προϋπόθεση παραγωγής της αξίωσης της ασφαλισμένης κατά της ασφαλίστριας, αλλά και του είδους της επίμαχης ασφαλιστικής σύμβασης, θεσπίζεται υποχρέωση της ασφαλισμένης για ανακάλυψη της ζημίας και ανακοίνωση αυτής στην ασφαλίστρια εντός της ουσιαστικής διάρκειας της ασφάλισης, υποχρέωση που συνιστά όρο γέννησης της απαίτησής της για αποζημίωση. Εν προκειμένω η δεύτερη εναγομένη – παρεμπιπτόντως ενάγουσα, όπως η ίδια εκθέτει και ομολογεί στην κρινομένη προσεπίκληση – παρεμπίπτουσα αγωγή, διαπίστωσε τη ζημία στις 6-11-2008, οπότε και για πρώτη φορά , με την επίδοση σε αυτήν της υπό κρίση αγωγής, της γνωστοποιήθηκε η επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου. Ακολούθως ανήγγειλε το ασφαλιστικό γεγονός στην παρεμπιπτόντως εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία στις 16-4-2009, εντός δηλαδή του χρόνου της διάρκειας της ασφάλισης από 23-5-2008 έως 23-5-2009. Στη δε από 8-4-2009 αναγγελία της ανέφερε ότι: «…επειδή είμαστε ασφαλισμένοι στην εταιρεία σας για αστική ευθύνη κατά το χρόνο της χειρουργικής επέμβασης (26-10-2004) από 23-5-2004 έως 23-5-2005 αριθμ. ασφ …….αριθμ.αναν……, ανανεουμένης της εν λόγω συμβάσεώς μας έκτοτε ανελλιπώς μέχρι και σήμερα για σωματικές βλάβες και υλικές ζημιές κατά περιστατικό συμπεριλαμβανομένης και της ηθικής βλάβης και μέχρι το ποσό 330.000€ σας δηλώνουμε και αναγγέλλουμε την ανοιγείσα δίκη. Σας αποστέλλουμε την πρώτη και τις δύο τελευταίες σελίδες της αγωγής. Αθήνα 8-4-2009». Συνακόλουθα τόσο κατά το χρόνο της ένδικης επέμβασης (26-10-2004) όσο και κατά το χρόνο της επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου, αλλά και της ως άνωαναγγελίας (16-4-2009) υπήρχε ισχυρή ασφαλιστική σύμβαση μεταξύ των ανωτέρω διάδικων μερών (δεύτερης των εναγομένων και παρεμπιπτόντως εναγομένης), λαμβανομένου υπόψη ότι δε γίνεται μνεία στο ένδικο ασφαλιστήριο συμβόλαιο περί εξαίρεσης της ανανέωσης του συμβολαίου από την περίοδο ασφάλισης, το οποίο σαφώς και γνώριζε η παρεμπιπτόντως εναγομένη. Συνακόλουθα η γενομένη ως άνω αναγγελία δεν ήταν εκπρόθεσμη και ως εκ τούτου η απαίτηση του κυρίως ενάγοντος κατά της δεύτερης εναγομένης εταιρείας…….. κείται εντός της ασφαλιστικής κάλυψης, που αυτή συμφώνησε με την παρεμπιπτόντως εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, παρά α αντιθέτως υποστηριζόμενα από την τελευταία με τις προτάσεις της ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Συνεπώς, εφόσον η δεύτερη εναγομένη καλύπτεται από την ασφαλιστική σύμβαση για το επίδικο συμβάν, η προσεπικαλούμενη ασφαλιστική εταιρεία έχει αποκτήσει στην περίπτωση αυτή την ιδιότητα της δικονομικής εγγυητρίας και η παρεμπίπτουσα αγωγή δεν στρέφεται κατά παθητικά μη νομιμοποιουμένου προσώπου. Συνεπώς το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ότι η από 16-4-2009 αναγγελία της δεύτερης εναγομένης εταιρείας – παρεμπιπτόντως ασφαλιστική εταιρεία έγινε σε χρόνο που δεν υπήρχε ενεργής ασφάλιση και εκπρόθεσμα, μετά την παρέλευση δηλαδή των τριάντα ημερών κατά τα προβλεπόμενα στον περιεχόμενο και προαναφερόμενο στο ασφαλιστήριο όρο, αρχομένης της προθεσμίας αυτής, κατά την κρίση της εκκαλουμένης, με την επίδοση της κρινομένης αγωγής στη δεύτερη εναγομένη (6-10-2008), οπότε και μπορούσε να προβλεφθεί η επίδικη απαίτηση και ότι εξ αυτού του λόγο συνέτρεχε περίπτωση απαλλαγής της παρεμπιπτόντως εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, με αποτέλεσμα να απορρίψει την παρεμπίπτουσα αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, έσφαλε, κατά το βάσιμο περί τούτου δεύτερο λόγο της υπό στοιχείο (β) έφεσης, με τον οποίο παραπονείται η εκκαλούσα – δεύτερη εναγομένη εταιρεία ………..για την απόρριψη της παρεμπίπτουσας αυτής αγωγής. Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι ο με το ίδιο περιεχόμενο τρίτος λόγος της αντέφεσης, με τον οποίο ο αντεκκαλών μέμφεται την εκκαλουμένη για την απόρριψη της παρεμπίπτουσας αγωγής, τυγχάνει απορριπτέος ως απαράδεκτος, δεδομένου ότι ο αντεκκαλών, ως μη διάδικος στη δίκη αυτή, στερείται εννόμου συμφέροντος να τον προβάλει. Σημειώνεται περαιτέρω ότι το εν ισχύϊ κατά το χρόνο της αναγγελίας ασφαλιστήριο συμβόλαιο δεν αποτελεί όψιμο ισχυρισμό της δεύτερης εναγομένης εταιρείας – παρεμπιπόντως ενάγουσας …,που ως τέτοιος απαραδέκτως προβάλλεται το πρώτο ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου,, όπως αβάσιμα διατείνεται η παρεμπιπτόντως εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία – εκκαλουμένη υπό στοιχείο (β) έφεση, παρά αντικείμενο απόδειξης, δεδομένου ότι η εκκαλούσα – δεύτερη εναγομένη εταιρεία – παρεμπιπτόντως ενάγουσα….., ήδη κατά το χρόνο της αναγγελίας (19-4-2009( αναφερόταν σε εν ισχύ ασφαλιστική σύμβαση από το χρόνο της χειρουργικής επέμβασης έως και 8-4-2009, όπως τούτο σαφώς προκύπτει από το περιεχόμενο της ένδικης αναγγελίας που προαναφέρθηκε. Βέβαια δεν προσκόμισε τα ανανεωτήρια συμβόλαια, εκτός του πρώτου, ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, παρά ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου,προσκομιδή που όπως ελέχθη δεν αντίκειται στο άρθρο 529 παρ. 2 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι αφενός μεν υπήρχε ενεργής σύμβαση τόσο κατά το χρόνο της χειρουργικής επέμβασης, όσο και κατά το χρόνο της αναγγελίας, αφετέρου δε η ασφαλιστική εταιρεία ουδέποτε είχε αμφισβητήσει, τουλάχιστον μέχρι την ένδικη αναγγελία, την ύπαρξή της (της σύμβασης). Συνακόλουθα η παρεμπίπτουσα αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και να αναγνωριστεί η υποχρέωση της παρεμπιπτόντως εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας να αποζημιώσει την παρεμπιπτόντως ενάγουσα, όπως ειδικότερα ακολούθως θα προσδιοριστεί. Περαιτέρω η παρεμπιπτόντως εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία – εφεσίβλητη στην υπό στοιχείο (β) έφεση προβάλλει επικουρικά, για την περίπτωση που γίνει δεκτό ότι οφείλει να αποζημιώσει την παρεμπιπτόντως ενάγουσα, α) ένσταση τετραετούς παραγραφής, β) ένταση περιορισμού της καλύψεως μέχρι του ανωτάτου ορίου της ασφαλιστικής κάλυψης των 150.000,00€, γ) αφαιρουμένης της συμβατικής απαλλαγής των 15.000,00€,δ) καθώς και του αιτουμένου από τον πρώτο ενάγοντα ποσού των 55.673,36€ που αποτελεί κατά τους ισχυρισμούς της αποθετική ζημία, μη καλυπτομένη κατά το άρθρο 5 κεφ Β παρ. 5 του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, ισχυρισμοί που δεν ερευνήθηκαν από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, λόγω της απόρριψης της παρεμπίπτουσας αγωγής ως ουσιαστικά αβάσιμης, οι οποίοι και θα ερευνηθούν από το παρόν Δικαστήριο. Σύμφωνα με το άρθρο 10 της ασφαλιστικής σύμβασης υπό τον τίτλο ΠΑΡΑΓΡΑΦΗ προβλέπεται ότι «Αξιώσεις που πηγάζουν από την ασφαλιστική σύμβαση παραγράφονται μετά από τέσσερα έτη από το τέλος του έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκαν», ενώ σύμφωνα με το άρθρο 5 κεφ Β περ.5 ΕΞΑΙΡΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΙ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ότι «Δεν περιλαμβάνονται στην ασφαλιστική κάλυψη και ο Ασφαλιστής δεν ευθύνεται για:…….5. Οποιαδήποτε αποθετική ζημία, η οποία δεν σχετίζεται με οποιαδήποτε υλική ζημιά σε περιουσιακά στοιχεία ή με σωματική βλάβη(δηλ.καθαρή οικονομική ζημία pure financial loss). Όπως ήδη ελέχθη η ζημία που υπέστη ο πρώτος ενάγων ανέρχεται στο ποσό των 50.328,87, έναντι του αιτουμένου με την αγωγή ποσού των 55.673,36€ και αποτελεί θετική ζημία., όχι δε αποθετική ώστε να εμπίπτει στην προαναφερομένη εξαίρεση, απορριπτομένου του περί του αντιθέτου ως άνω υπό στοιχείου (δ) ισχυρισμού. Η απαίτηση ακολούθως της παρεμπιπτόντως ενάγουσας δεν έχει υποπέσει σε παραγραφή, δεδομένου ότι από την επίδοση της αγωγής σε αυτήν από τον ενάγοντα (6-11-2008), οπότε και γεννήθηκε αξίωση από την ασφαλιστική σύμβαση, χωρίς να μπορεί η σχετική αξίωση να προσδιοριστεί κατά ποσό και είδος νωρίτερα από την ασφαλισμένη παρεμπιπτόντως ενάγουσα, μέχρι την επίδοση της υπό κρίση παρεμπίπτουσα αγωγής στην παρεμπιπτόντως εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία στις 19-2-2010, δεν έχει παρέλθει ο συμβατικά προβλεπόμενος χρόνος των τεσσάρων (4) ετών. Ως εκ τούτου απορριπτέος τυγχάνει και ο υπό στοιχείο (α) ως άνω ισχυρισμός. Περαιτέρω τα ανωτέρω ποσά των 50.328,87€ (θετική ζημία) και των 60.000,00€ (χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης) αθροιζόμενα δεν υπερβαίνουν το ποσό των 150.000,00€, που αποτελεί το ανώτατο όριο ευθύνης της παρεμπιπτόντως εναγομένης ασφαλιστικής σύμφωνα με την σύμβαση ασφαλίσεως, για προκληθείσες σωματικές βλάβες, αφαιρουμένης και της συμβατικής απαλλαγής των 15.000,00€. Ως εκ τούτου η εξέταση του σχετικού υπό στοιχείο (γ) ως άνω ισχυρισμού παρέλκει. Κατόπιν τούτων, εφόσον αποδείχθηκε ότι η ζημία του ενάγοντος επήλθε από υπαιτιότητα των εναγομένων, η δε εναντίον τους ασκηθείσα αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή, η ασκηθείσα παρεμπίπτουσα αγωγή σε βάρος της ασφαλιστικής εταιρείας πρέπει να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και να αναγνωριστεί η υποχρέωσή της παρεμπιπτόντως εναγομένης να καταβάλει στην παρεμπιπτόντως ενάγουσα το ποσό της αποζημίωσης που αντιστοιχεί στο επιδικασθέν υπέρ του πρώτου ενάγοντος ποσό, μέχρι του ανωτάτου ορίου της ασφαλιστικής κάλυψης των 150.000,00€ αφαιρουμένης της συμβατικής απαλλαγής των 15.000,00€.
IV) Κατόπιν τούτων και μη υπάρχοντος άλλους λόγου προς εξέταση πρέπει Α) να απορριφθεί η υπό στοιχείο (α) έφεση κατ’ουσίαν, να διαταχθεί κατ’ άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο και τέλος να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του εφεσιβλήτου για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας κατά τις διατάξεις των άρθρων 176,183, 189 και 191 παρ. 2 ΚΠολ.Δ σε βάρος των εκκαλούντων ως ηττηθέντων διαδίκων κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό, Β) να γίνει δεκτή η υπό στοιχείο (β) έφεση, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση όχι μόνο κατά το μέρος που έκρινε ότι η προσεπίκληση – παρεμπίπτουσα αγωγή τυγχάνει ουσιαστικά αβάσιμη, κατά το γενόμενο δεκτό ως άνω λόγο έφεσης, αλλά για την ενότητα της εκτέλεσης στο σύνολό της, αναγκαίως δε και κατά τη διάταξη περί δικαστικών εξόδων που θα καθορισθεί εξ αρχής (ΑΠ 748/1994 ΕλλΔνη 26.642, ΕφΑθ 67/2025, ΕφΑθ 140/2025, ΕφΠειρ 115/2022 δημ ΤΝΠ Νόμος) και αφού κρατηθεί η υπόθεση να δικαστεί από το παρόν Δικαστήριο, κατ’άρθρ. 535 ΚΠολΔ, α) να γίνει δεκτή εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη η αγωγή ως προς τον πρώτο των εναγόντων, να απορριφθεί για τις λοιπές εναγόμενες, να αναγνωριστεί η υποχρέωση των εναγομένων, στη θέση του πρώτου των οποίων περιήλθαν τα τέκνα του, να καταβάλουν εις ολόκληρον έκαστος στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των εκατόν δέκα χιλιάδων τριακοσίων είκοσι οκτώ ευρώ και ογδόντα εφτά λεπτών (110.328,87€), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, β) να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η από 17-2-2010 και με αριθμ. καταθ……2010 προσεπίκληση – παρεμπίπτουσα αγωγή και να αναγνωριστεί η υποχρέωση της παρεμπιπτόντως εναγομένης να καταβάλει στην παρεμπιπτόντως ενάγουσα ότι υποχρεωθεί αυτή να καταβάλει στον ενάγοντα της κύριας αγωγής και μέχρι του ανωτάτου ορίου της ασφαλιστικής κάλυψης των 150.000,00€, αφαιρουμένης της συμβατικής απαλλαγής των 15.000,00€, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, γ) να διαταχθεί, λόγω της μερικής νίκης της εκκαλούσας η επιστροφή του καταβληθέντος παραβόλου έφεσης ατ’ άρθρο 495 παρ. 3ΚΠολΔ σε αυτήν και τέλος δ) να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του πρώτου και της δεύτερης των εφεσιβλήτων για τον παρόντα βαθμό9 δικαιοδοσίας κατά τις διατάξεις των άρθρων 176, 183, 189 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ σε βάρος της εκκαλούσας ως ηττηθείσας διαδίκου, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό ε) να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της εκκαλούσας και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας σε βάρος της εφεσίβλητης – παρεμπιπτόντως εναγομένης………. ως ηττηθείσας διαδίκου (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας και Γ) να απορριφθεί η αντέφεση κατ’ ουσίαν και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των αντεφεσιβλήτων για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας κατά τις διατάξεις των άρθρων 176, 183,189 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ σε βάρος των αντεκκαλούντων ως ηττηθέντων διαδίκων κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει αντιμωλία των λοιπών διαδίκων την από ι) 23-4-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου και προσδιορισμού δικασίμου ενώπιον του Εφετείου Αθηνών …..2021 έφεση, ιι) 11-5-2021 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου και προσδιορισμού δικασίμου ενώπιον του Εφετείου Αθηνών …… 2021 έφεση και ιιι) 7-4-2022 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου και προσδιορισμού δικασίμου ενώπιον του Εφετείου Αθηνών ……2022 αντέφεση κατά της υπ’ αριθμ. 60/2021 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία.
Α) Απορρίπτει την από 23-4-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου και προσδιορισμού δικασίμου ενώπιον του Εφετείου Αθηνών ….2021 έφεση.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, το οποίο κατέθεσαν οι εκκαλούσες κατά την άσκηση της ως άνω έφεσής τους στο δημόσιο ταμείο.
Επιβάλλει σε βάρος των εκκαλουσών για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας τα δικαστικά έξοδα του εφεσιβλήτου, το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των οκτακοσίων πενήντα ευρώ(850,00€).
Β) Δέχεται τυπικά και κατ’ ουσίαν την από 11-5-2021 και με αριθμό κατάθεσης δικογράφου και προσδιορισμού δικασίμου ενώπιον του Εφετείου Αθηνών……2021 έφεση.
Διατάσσει την επιστροφή στην καταθέσασα εκκαλούσα του κατατεθέντος από αυτήν παραβόλου έφεσης ποσού εκατόν πενήντα ευρώ(150,00€).
Εξαφανίζει την εκκαλουμένη υπ’ αριθμ. 2021 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Κρατεί την υπόθεση.
Συνεκδικάζει την από 18-9-2008 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ….2008 αγωγή και επί της από 17-2-2010 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …..2010 προσεπίκληση – παρεμπίπτουσα αγωγή.
Δέχεται εν μέρει την αγωγή ως προς τον πρώτο των εναγόντων και απορρίπτει αυτήν ως προς τις λοιπές ενάγουσες.
Αναγνωρίζει την υποχρέωση των εναγομένων, στη θέση του πρώτου των οποίων υπεισήλθαν τα τέκνα του, να καταβάλουν εις ολόκληρον έκαστος στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των εκατόν δέκα χιλιάδων τριακοσίων είκοσι οκτώ ευρώ και ογδόντα εφτά λεπτών (110.328,87€), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.
Δέχεται την από 17-2-2010 και με αριθμ. καταθ. ….2010 προσεπίκληση – παρεμπίπτουσα αγωγή.
Αναγνωρίζει την υποχρέωση της καθ’ ης η προσεπίκληση – παρεμπιπτόντως εναγομένης να καταβάλει στην προσεπικαλούσα – παρεμπιπτόντως ενάγουσα ότι υποχρεωθεί αυτή να καταβάλει στον ενάγοντα της κύριας αγωγής και μέχρι του ανωτάτου ορίου της ασφαλιστικής κάλυψης των 150.000,00€, αφαιρουμένης της συμβατικής απαλλαγής των 15.000,00€, το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Επιβάλλει σε βάρος της εκκαλούσας για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας τα δικαστικά έξοδα των εφεσιβλήτων ………το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των οκτακοσίων πενήντα (850) ευρώ.
Επιβάλλει σε βάρος της εφεσίβλητης – παρεμπιπτόντως εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας ……….. και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας τα έξοδα της εκκαλούσας – παρεμπιπτόντως ενάγουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τεσσάρων χιλιάδων (4.000) ευρώ.
Γ) Απορρίπτει την από 7-4-2022 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου και προσδιορισμού δικασίμου ενώπιον του Εφετείου Αθηνών …..2022 αντέφεση.
Επιβάλλει σε βάρος των αντεκκαλούντων για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας τα δικαστικά έξοδα των αντεφεσιβλήτων, το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των οκτακοσίων πενήντα (850) ευρώ για κάθε αντεφεσίβλητο που παραστάθηκε με διαφορετικό πληρεξούσιο δικηγόρο.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Σεπτεμβρίου 2025 και δημοσιεύθηκε στον ίδιο τόπο σε έκτακτη δημόσια στο ακροατήριό του συνεδρίαση στις 10 Οκτωβρίου 2025 με απόντες τους διαδίκους και τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ