ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΧΑΛΚΙΔΙΚΗΣ (ΜΙΣΘΩΣΕΙΣ) Αρ.Αποφ.20/2015

Αρ. Απόφασης: 20/2015

Δικαστήριο: Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής Δικαστής: Βηθλεέμ Πίγκα, Πρωτοδίκης

Δικηγόρος του γραφείου: Κ, Ε, Μακαρώνας

*

Ανακοπή κατ’ αρνητικής δήλωσης τρίτου από κατασχόντα εις χείρας του_ 982 παρ. 1 α, 983 Κ.Πολ.Δ,_ Προθεσμία, αρμοδιότητα καθ ύλην και κατά τόπον_ Λόγοι ανακοπής_ Αντικείμενο της δίκης η εκδίκαση της απαίτησης του καθ’ ου η εκτέλεση κατά του τρίτου_ Μπορεί να είναι (η απαίτηση) μέλλουσα ή υπό αίρεση ή προθεσμία αρκεί να υπάρχει κατά το χρόνο της κατάσχεσης η βασική έννομη σχέση_ Περιεχόμενο δικογράφου ανακοπής_ Κατάσχεση εις χείρας τρίτου οφειλομένων από αυτόν ποσών μισθωμάτων στον καθ ου η εκτέλεση οφειλέτη του ανακόπτοντος _ Αίτημα αποζημίωσης κατά του τρίτου.

*

Κατά τη διάταξη του άρθρου 982 παρ. 1 περ. α’ του ΚΠολΔ, μπορεί να κατασχεθεί αναγκαστικά και χρηματική απαίτηση του καθ’ ου η εκτέλεση κατά τρίτου, εφόσον δεν εξαρτάται από αντιπαροχή. Η κατάσχεση αυτή στα χέρια τρίτου γίνεται όπως ορίζει το άρθρο 983 του ΚΠολΔ, δηλαδή με επίδοση στον τρίτο και σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση εγγράφου, το οποίο μάλιστα στον καθ’ ου η εκτέλεση πρέπει να επιδοθεί το αργότερο μέσα σε οκτώ ημέρες αφότου γίνει η επίδοση στον τρίτο. Κατά το άρθρο 985 του ΚΠολΔ, ο τρίτος, στα χέρια του οποίου επιβλήθηκε η κατάσχεση της απαίτησης του καθ’ ου η εκτέλεση, οφείλει μέσα σε οκτώ ημέρες από την επίδοση σ’ αυτόν του κατασχετήριου εγγράφου να δηλώσει στη γραμματεία του Ειρηνοδικείου του τόπου της κατοικίας του, αν υπάρχει η απαίτηση και αν επιβλήθηκε στα χέρια του άλλη κατάσχεση, αναφέροντας συνάμα ποιος την επέβαλε και για ποιό ποσό, σε περίπτωση δε καταφατικής δήλωσης ως προς την ύπαρξη της απαίτησης οφείλει ακολούθως να ενεργήσει σύμφωνα με τα οριζόμενα ειδικότερα στο άρθρο 988 του ΚπολΔ, διαφορετικά, αν η απαίτηση δεν υπάρχει ή πρόκειται για απαίτηση ακατάσχετη, πρέπει να προβεί σε αντίστοιχη αρνητική δήλωση, με την οποία εξομοιώνεται και η παράλειψη δήλωσης (άρθρο 985 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Κατά της παραπάνω ρητής ή σιωπηρής αρνητικής δήλωσης, αυτός που επέβαλε την κατάσχεση δικαιούται να ασκήσει (δηλαδή να καταθέσει και να επιδώσει) ανακοπή κατά το άρθρο 986 του ΚΠολΔ, επικαλούμενος ολική ή μερική ανακρίβεια της δήλωσης (ΠΠρΒερ 17/2006 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Η ανακοπή πρέπει να ασκηθεί εντός προθεσμίας τριάντα ημερών, που αρχίζει από την επομένη της εκπνοής της οκταημέρου προθεσμίας, εντός της οποίας ο τρίτος υποχρεούται να προβεί στη δήλωση (για την περίπτωση που δεν υπέβαλε δήλωση), ή από την επομένη (άρθρο 144 παρ. 1 του ΚΠολΔ) της υποβολής της. Ασκείται δε ενώπιον του Δικαστηρίου που είναι καθ’ ύλην αρμόδιο με κριτήριο το κατασχεθέν ποσό (άρθρα 7 επ. του ΚΠολΔ), και όχι με βάση το ποσό που φέρεται ως συνολικά οφειλόμενο από τον τρίτο, αν δε η απαίτηση αυτή υπάγεται από το είδος σε ειδική διαδικασία αρμόδιο καθ’ ύλη είναι το από τις ειδικές διατάξεις οριζόμενο δικαστήριο (βλ. σχετ. Κεραμέας/Νίκας/Κονδύλης, Ερμηνεία ΚΠολΔ, εκδ. 2000, τομ. II, άρθρ. 986, αρ. 6, ΠΠρθεσ 20701/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΠΠρΑΘ 11212/1972 ΑρχΝ 1973.149, ενώ η κατά τόπον αρμοδιότητα του κρίνεται κατά τις γενικές διατάξεις των άρθρων 22 επ. του ΚΠολΔ. Ειδικά η κατά τόπο αρμοδιότητα καθορίζεται με βάση τις γενικές ρυθμίσεις που αφορούν την αγωγή και ως κατά τόπο αρμόδιο δικαστήριο νοείται εκείνο στο οποίο θα εναγόταν ο τρίτος, αν ασκούσε αγωγή ο καθ’ ου η κατάσχεση (βλ. σχετ. Νικολόπουλο σε Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, ΕρμΚΠολΔ, τομ. II, άρθρο 986, αρ. 7, Π. Γ. Φαλτσή, Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτέλεσης, Ειδικό Μέρος, έκδ. 2001, σελ. 831-832). Στρέφεται κατά του τρίτου, εναντίον του οποίου ο κατάσχων ασκεί πλαγιαστικά (άρθρο 72 του ΚΠολΔ) τα δικαιώματα του οφειλέτη του (ΕφΑΘ 1022/2008 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑΘ 1930/2007 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠατρ 254/2004 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Δικάζεται δε κατ’ αρχήν κατά την τακτική διαδικασία, εφαρμοζομένων και των αποκλίσεων που εισάγουν οι διατάξεις των άρθρων 933 επ. και 583 επ. του ΚΠολΔ, εκτός αν για τη διάγνωση της εκτελεστέας (ήτοι κατασχεθείσας στα χέρια του τρίτου) αξίωσης εφαρμόζεται κάποια ειδική διαδικασία, οπότε θα εφαρμοστεί η τελευταία (ΠΠρΑΘ 3661/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΠΠρΒερ 17/2006 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΠΠρΑΘ 259/2000 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΠΠρΑΘ 4929/1995 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι στον κατασχόντα παρέχεται ειδικό ένδικο βοήθημα, με το οποίο αυτός μπορεί να αμφισβητήσει την τυχόν αρνητική δήλωση του τρίτου, δηλαδή, τα πραγματικά περιστατικά, που τη συνιστούν, όταν αυτό εκτίθενται στη δήλωση και να επιδιώξει την καταδίκη του τρίτου στην καταβολή του ποσού, που κατασχέθηκε ή την παράδοση του πράγματος που, επίσης, κατασχέθηκε, θεωρώντας αυτόν ως οφειλέτη του κατασχεμένου (ΑΠ 1065/2009 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 226/2012 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑΘ 5740/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑΘ 3060/2007 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Οι λόγοι που οδηγούν στην ανειλικρίνεια του τρίτου αποτελούν και τους λόγους της ανακοπής. Η ανακρίβεια της αρνητικής δήλωσης κρίνεται μόνο αντικειμενικά, δηλαδή ανεξάρτητα από την υποκειμενική αντίληψη του δηλούντος και την καλή ή κακή πίστη του (ΑΠ 480/2012 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), γίνεται δε δεκτή η κατ’ αυτής ανακοπή και υποχρεούται τότε ο τρίτος να ενεργήσει κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 990 του ΚΠολΔ, εφόσον η δήλωση δεν αληθεύει ως προς τα πραγματικά περιστατικά ή αναλόγως ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών (ΑΠ 256/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Αντικείμενο έτσι της σχετικής δίκης, που δημιουργείται μεταξύ του ανακόπτοντος και του τρίτου, είναι η εκδίκαση της απαίτησης του καθ: ου η εκτέλεση κατά του τρίτου, ώστε να διαπιστωθεί αν ο τρίτος είναι ή όχι και με ποιους περιορισμούς οφειλέτης του οφειλέτη του κατασχόντος (ΕφΑΘ 1837/2007 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΚερκ 97/2001 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Η απαίτηση αυτή μπορεί να είναι μέλλουσα ή υπό αίρεση ή υπό προθεσμία, αρκεί μόνο κατά το χρόνο της επιβολής της κατάσχεσης να υπάρχει η βασική έννομη σχέση, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, απορρέει η μελλοντική απαίτηση και μπορεί κατά τον παραπάνω χρόνο να προσδιοριστεί κατ’ είδος και οφειλέτη (ΕφΑΘ 5526/2006 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΛαρ 379/2003 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑΘ 8540/1999 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Μάλιστα, σε περίπτωση κατάσχεσης μελλοντικής απαίτησης είναι δυνατόν η δήλωση να είναι αρνητική ως προς την ενεστώσα οφειλή και θετική (υποσχετική) ως προς τη μελλοντική, παρέχοντας τη διαβεβαίωση όσα θα παρακρατήσει οτιδήποτε προκύψει στο μέλλον υπέρ του καθ»‘ ου η κατάσχεση (ΕφΑΘ 5740/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑΘ 8540/1999 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Υπό αυτά τα δεδομένα, στο δικόγραφο της ως άνω ανακοπής από το άρθρο 986 του ΚΠολΔ, που αποτελεί μορφή της γενικής ανακοπής από το άρθρο 583 του ΚΠολΔ, πρέπει να προσδιορίζεται, κατά τα ουσιώδη στοιχεία της, η απαίτηση, δηλαδή η αιτία της οφειλής του τρίτου προς τον καθ’ ου η εκτέλεση κατά τα πραγματικά περιστατικά που τη στηρίζουν, αφού ο ανακόπτων βαρύνεται με την απόδειξη της κατασχεθείσας απαίτησης, εκτός αν ο τρίτος δεν αμφισβητεί με τη δήλωσή του την ύπαρξή της και απλώς επικαλείται λόγους που εμποδίζουν την ικανοποίησή της (ΑΠ 480/2012 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1065/2009 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 10/1995 ΕλλΔνη 1996.105.. ΑΠ 73/1995 ΕλλΔνη 1997.809, ΕφΑΘ 1022/2008 ΕΦΑΔ 2009.228, ΕφΑΘ 3060/2007 ΕλλΔνη 2007.1709, ΕφΑΘ 9374/2000 ΕπΔ2002.1073, ΕφΑΘ 3407/1999 ΕΦΑΔ 2001.774, ΕφΑΘ 7319/1998 ΕλλΔνη 1999.1128).

Με το ως άνω περιεχόμενο και αιτήματα, η κρινόμενη ανακοπή, εκδικαζομένη κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρα 647 επ. του ΚΠολΔ, κατά την οποία διαδικασία δικάζεται η διαφορά από την απαίτηση που κατασχέθηκε, Μ.Πρ.Χανίων 29/2005 ΤΝΠ ΔΣΑ), αρμόδια καθ’ ύλη και κατά τόπο φέρεται ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού προς συζήτηση (άρθρα 7, 14 παρ. 1 περ. β’ του ΚΠολΔ, λαμβανομένου υπόψη του ύψους και του είδους της κατασχεμένης απαίτησης (βλ. σχετ. Β. Βαθρακοκοίλη, Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, Τόμος ΣΤ’, υπό το άρθρο 986, στοιχείο 10). Ακόμη, η κρινόμενη ανακοπή έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα, αφού το μεν κατασχετήριο επιδόθηκε στον καθ’ ού η ανακοπή την 10-06- 2014 (βλ. τη με αριθμό 895Β/10-06-2014 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Χαλκιδικής Δημητρίου Β. Κρυωνά) και η δε ανακοπή επιδόθηκε την 14-07-2014 (βλ. τη με αριθμό 999Β/14-07-2014 έκθεση επίδοσης του άνω ίδιου δικαστικού επιμελητή), δηλαδή εντός της προθεσμίας των τριάντα ημερών (άρθρο 986 του ΚΠολΔ) από την εκπνοή της οκταήμερης προθεσμίας του άρθρου 985 παρ. 1 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με όσα προειπώθηκαν. Εξάλλου, η κρινόμενη ανακοπή είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 982, 983, 985, 986, 990, 70, 68, 69 παρ. 1 περ. ε’ και 176 του ΚΠολΔ. Νόμιμο είναι και το αίτημα περί τοκογονίας, στηριζόμενο στις διατάξεις των άρθρων 988 παρ. 1 του ΚΠολΔ και 345 του ΑΚ, α) για όσα τα μισθώματα είχαν καταστεί απαιτητά μέχρι την επίδοση του κατασχετηρίου στον καθ’ ού, από το πέρας της οκταήμερης προθεσμίας του άρθρου 988 παρ. 1 του ΚΠολΔ, δηλαδή από τότε που είναι υποχρεωμένος ο καθ’ ου η ανακοπή – τρίτος να καταβάλει στην

 

ανακόπτουσα (βλ. σχετ. Π. Γ. Φαλτση, όπ.π. σελ. 824, για την περί του αντιθέτου άποψη βλ. ΠΠρΘεσ 8852/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΠΠρΑΘ 2853/2005 ΤΝΠ ΔΣΑ, Νικολόπουλο σε Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, όπ.π. σελ. 1922. αρ. 11, πλην όμως αυτή αφορά κατάσχεση κινητού πράγματος και όχι χρηματικής απαίτησης). Στην προκειμένη περίπτωση, η οκταήμερη προθεσμία του άρθρου 988 παρ. 1 του ΚΠολΔ αρχίζει από την επομένη της επίδοσης του κατασχετηρίου προς τον καθ’ ού η εκτέλεση (11-06-2014, βλ. τη με αριθμό 893Β’/10-06-2014 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Χαλκιδικής Δημητρίου Κρυωνά), εφόσον προηγήθηκε η επίδοση αυτού προς τον τρίτο (βλ. τη με αριθμό 895Β’/10- 06-2014 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Χαλκιδικής Δημητρίου Κρυωνά, ΕφΑΘ 5582/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, βλ. σχετ. Νικολόπουλο σε Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, ό.π., άρθρο 988, σελ. 1926) και λήγει την 19-06-2014, β) για όσα μισθώματα κατέστησαν απαιτητά μετά την επίδοση του κατασχετηρίου στον καθ’ ού, από τότε που η απαίτηση για έκαστο εξ αυτών γεννήθηκε και κατέστη ληξιπρόθεσμη (ΕφΑΘ 5740/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, αναφορικά με το αίτημα περί αποζημίωσης από τον καθ’ ού σημειώνονται τα εξής: ο κατασχών μπορεί να ζητήσει την αποζημίωση που προβλέπει το άρθρο 985 παρ. 3 εδ. β’ του ΚΠολΔ, η οποία περιλαμβάνει κάθε ζημία του, που συνδέεται αιτιωδώς με την ανακριβή δήλωση του τρίτου (ΑΠ 15/1993 ΕΕΝ 1994.33). Επομένως, προϋποθέσεις της ευθύνης του τρίτου, εκτός από την ύπαρξη ζημίας στον κατασχόντα, είναι, αφενός το ζημιογόνο γεγονός της ανειλικρινούς δήλωσης του τρίτου και αφετέρου αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ του ζημιογόνου γεγονότος και της ζημίας, που θα κριθούν κατά το αστικό δίκαιο (βλ. σχετ. Β. Βαθρακοκοίλης, ΕΡΜΝΚΠολΔ στα άρθρα 985 και 986 αριθ. 18 & 49, αντιστοίχως). Τα στοιχεία της βάσης αυτής της αξίωσης πρέπει να αντληθούν από την τελολογική ένταξη της διάταξης του άρθρου 985 παρ. 3 του ΚΠολΔ στο πλαίσιο των ρυθμίσεων για τις αδικοπραξίες του ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 914 επ. ΑΚ). Γενεσιουργό λόγο ευθύνης του τρίτου αποτελεί η παράλειψη υποβολής της δήλωσης του, αυτή καθεαυτή, χωρίς να χρειάζεται να αποδεικνύεται πρόσθετα και η υπαιτιότητα του. Επομένως, τα στοιχεία της σχετικής αξίωσης είναι: 1. ζημιογόνο γεγονός, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συνίσταται στην παράλειψη υποβολής δήλωσης, 2. ζημία εκείνου που επέβαλε την κατάσχεση, 3. αιτιώδης συνάφεια, με την έννοια ότι η ζημία που επικαλείται ο κατασχών αποτελεί συνέπεια της παράλειψης του τρίτου. Η ζημία του κατασχόντος μπορεί να φθάσει μέχρι και το ύψος της απαίτησής του, ώστε να μπορεί να υποχρεώνεται ο τρίτος και σε ισόποση αποζημίωση, αν και δεν-είναι οφειλέτης. Για να συμβεί όμως αυτό πρέπει ο κατασχών να επικαλείται και να αποδεικνύει ότι η αδυναμία είσπραξης της απαίτησης του, οφείλεται στην παράλειψη του τρίτου να υποβάλλει δήλωση, όπως π.χ. όταν εξαιτίας της μη έγκαιρης πληροφόρησης του, ο κατασχών δεν μπόρεσε να λάβει τα κατάλληλα μέτρα για να περιφρουρήσει τα συμφέροντα του ή έχασε τη δυνατότητα να κατάσχει άλλα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη του, από τα οποία θα μπορούσε να ικανοποιηθεί πλήρως ή ότι ο καθ’ ου οφειλέτης έχει γίνει αναξιόχρεος και δεν είναι πλέον δυνατή η ικανοποίηση του κατασχόντος δανειστή από την περιουσία του (ΕφΠατρ 109/2006 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑΘ 9000/2005 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑΘ 9587/1978 ΝοΒ 27.808). Στην προκειμένη περίπτωση, η ανακόπτουσα ισχυρίζεται ότι ο καθ’ ού η ανακοπή από πρόθεση δεν υπέβαλε δήλωση, αποκρύπτοντας με τον τρόπο αυτό γνωστά σ’ αυτόν στοιχεία και επιχειρώντας να την παραπλανήσει, με αποτέλεσμα να την εμπλέκει με την συμπεριφορά του σε άσκοπες και περιττές δίκες, όπως συγκεκριμένα αυτολεξεί αναφέρει στο δικόγραφο της ανακοπής της.

ΔΕΧΕΤΑΙ την ανακοπή.

ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ την ανειλικρίνεια της σιωπηρής αρνητικής δήλωσης του καθ’ ού η ανακοπή.

ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ την ύπαρξη σύμβασης μίσθωσης μεταξύ αφενός του …………………..και αφετέρου του καθ’ ού η ανακοπή.

 

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ τον καθ’ ού η ανακοπή να καταβάλλει στην ανακόπτουσα, στο τέλος κάθε μισθωτικού μήνα το ποσό των εξακοσίων πενήντα (650,00) ευρώ, μέχρι να εξοφληθεί το ποσό των δέκα έξι χιλιάδων εκατόν εξήντα τριών ευρώ (16.163,00), για το οποίο επιβλήθηκε η κατάσχεση.