ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ (Μονομελές) Αρ. Αποφάσεων: 4544/2015 και 2736/2015
Δικαστές: Παναγιώτα Γιαννακοπούλου, Εφέτης(4544/2015).
Στέφ.- Σπυρ. Πανταζόπουλος, Εφέτης(2736/2015)
Δικηγόρος του γραφείου: Κυριάκος Ε. Μακαρώνας
*
Ανακοπή άρθρο 933 Κ.Πολ.Δ. κατά της εκτελέσεως Δ/γής Πληρωμής από επιταγή σωρευομένη με ανακοπή εκ της 632 Κ.Πολ.Δ._ Εν μέρει οριστική πρωτοβάθμια απόφαση ως προς την ανακοπή κατά της εκτελέσεως υπόκειται αυτοτελώς σε έφεση και πριν ακόμη εκδοθεί οριστική απόφαση ως προς σωρευθείσα στο ίδιο δικόγραφο ανακοπή του άρθρ. 632 Κ.Πολ.Δ. για την οποία ανεστάλη η έκδοση αποφάσεως μέχρι τελεσιδικίας δίκης για την υποκείμενη αιτία της επιταγής._ Οψιγενής ισχυρισμός περί παραγραφής της απαίτησης από επιταγή προτεινόμενος με την ανακοπή κατά της εκτέλεσης κατ’ άρθρ. 933 Κ.Πολ.Δ. Παραγραφή αξιώσεως από επιταγή άρθρ. 52 παρ. 1 ν. 5960/1933_ Λόγοι αναστολής της συμπλήρωσης προθεσμίας παραγραφής κατά τις διατάξεις των άρθρ. 255 έως 270 Α.Κ._ Επίδοση της διαταγής πληρωμής μετά την παρέλευση της εξάμηνης προθεσμίας παραγραφής της αξίωσης από επιταγή η οποία (προθεσμία) αρχίζει από την επομένη της εμπροθέσμου εμφανίσεως της προς πληρωμή_ Προθεσμία εμφανίσεως οκταήμερη από την επομένη της ημερομηνίας εκδόσεως_ Η έκδοση διαταγής πληρωμής δεν αποτελεί γεγονός διακοπτικό της εξάμηνης προθεσμίας παραγραφής αλλ’ απαιτείται και επίδοση της_ Δεν είναι καταχρηστική η σχετική ένσταση παραγραφής_ Αήψη υπόψη ενόρκων βεβαιώσεων, προϋποθέσεις_ Επικυρώνουν τις πρωτοβάθμιες που δέχθηκαν την ανακοπή κατά της εκτελέσεως λόγω παραγραφής.
Αριθμός απόφασης 2736/2015
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η έφεση του εκκαλούντος-καθ’ ου η ανακοπή κατά της υπ’ αριθμ. 182/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο δίκασε την από 21-2-2012 ανακοπή κατά της εκτέλεσης (άρθρα 933 ΚΠολΔ) της ανακόπτουσας, ήδη εφεσιβλήτου, με την ειδική διαδικασία των πιστωτικών τίτλοϊν, έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα και σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις, εφόσον δεν αποδεικνύεται επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται ότι αυτή έχει λάβει χώρα. αρμοδίως δε φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού (άρθρα 19, 511, 513 παρ. 1, 518 παρ. 1 ΚΠολΔ, 72 αρ. 2 και 13 ν. 3994/2011) απορριπτομένου του ισχυρισμού της εφεσίβλητης ότι η ως άνω απόφαση δεν έχει καταστεί οριστική και δεν μπορεί να προσβληθεί με έφεση, εφόσον στο δικόγραφο της ανακοπής είχαν αντικειμενικώς σωρευθεί κατ’ άρθρο 218 ΚΠολΔ αφενός η ανακοπή κατά της υπ’ αριθμ. 29685/2011 διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών καθώς και η ανακοπή κατά της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης με βάση την ως άνω διαταγή πληρωμής κατ’ άρθρο 933 ΚΠολΔ και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του δέχθηκε την δεύτερη και ακύρωσε την επιταγή προς εκτέλεση, ενώ ανέστειλε εν μέρει κατ’ άρθρο 249 ΚΠολΔ την εκδίκαση της ανακοπής κατ’ άρθρο 632 ΚΠολΔ (Μαργαρίτης, στο Κεραμεύς-Κονδύλης- Νίκας, Ερμηνεία ΚΠολΔ I άρθρο 513 αρ. 10 σ. 904, ΑΠ 510/1982 ΝοΒ 1983.352, 1320/1992 ΕλλΔνη 1994.407. Αντίθ. ΑΠ 24/2001 ΑρχΝ 2001. 914, 993/2004 Νομος). Είναι επομένως παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν με την ίδια διαδικασία, εφόσον έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο κατ’ άρθρο 495 ΚΠολΔ.
Η ανακόπτουσα με την προαναφερθείσα ανακοπή της ζήτησε να ακυρωθεί η υπ’ αριθμ. 29685/2011 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και η κάτω απ’ αυτήν από 14-2-2012 συνταχθείσα επί του απογράφου επιταγή προς εκτέλεση, με την οποίαν υποχρεωνόταν να καταβάλει στον καθ’ ου η ανακοπή το ποσό των 40.000 ευρώ πλέον ποσού 2771.02 ευρώ για τόκους και δικαστικά έξοδα. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε εν μέρει την ανακοπή κατά της ως άνω διαταγής πληρωμής και δέχθηκε την ανακοπή κατά της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης και ακύρωσε την από 14-2-2012 επιταγή προς εκτέλεση δυνάμει της προαναφερθείσας διαταγής πληρωμής. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται τώρα ο εκκαλών με την έφεσή του για κακή του νόμου εφαρμογή και εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, με σκοπό να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη και να απορριφθεί η ως άνω ανακοπή της αντιδίκου του.
Σύμφωνα με το άρθρο 52 παρ. 1 του ν. 5960/1933 «περί επιταγής» οι αγωγές του κομιστή κατά των οπισθογράφων, του εκδότη και των άλλων υποχρέων παραγράφονται μετά από έξι μήνες από τη λήξη της προθεσμίας προς εμφάνιση. Η παραγραφή αυτή αναστέλλεται και διακόπτεται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 255 έως 270 ΑΚ. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 255 ΑΚ η παραγραφή αναστέλλεται για όσο χρόνο ο δικαιούχος εμποδίστηκε από δικαιοστάσιο ή από άλλο λόγο ανώτερης βίας να ασκήσει την αξίωσή του μέσα στο τελευταίο εξάμηνο του χρόνου της παραγραφής. Αναστέλλεται επίσης η παραγραφή για όσο χρονικό διάστημα μέσα στο τελευταίο εξάμηνο του χρόνου της ο υπόχρεος απέτρεψε με δόλο το δικαιούχο να ασκήσει την αξίωση. Η περίπτωση αυτή εφαρμόζεται και όταν ο χρόνος παραγραφής είναι μόνον έξι μήνες (ΑΠ 484/1996 ΕΕΝ 1997.191 1981.16). Δόλια συμπεριφορά είναι οιαδήποτε ενέργεια που εσκεμμένα κατευθύνεται στην απραξία του δικαιούχου και τη συμπλήρωση της παραγραφής της αξίωσής τού (ΑΠ 13/1989 ΕλλΔνη 1990.125, ΕφΑΘ. 6267/2000 ΕλλΔνη 2002.834), όχι όμως και η απλή και μόνη υπόσχεση του οφειλέτη για αποκατάσταση της ζημίας και η μη εκπλήρωση της υπόσχεσης αυτής (ΕφΑΘ. 5163/1980 Αρμ. 1981.16). Ως δικαιοστάσιο νοείται η από πραγματικούς λόγους (αεροπορική επιδρομή, επιδημία χολέρας κ.λπ.) διακοπή της λειτουργίας των δικαστηρίων, ενώ ως λόγοι ανωτέρας βίας νοείται κάθε απρόβλεπτο γεγονός που δεν μπορεί να αποτραπεί ούτε με μέτρα άκρας επιμέλειας, που καθιστούν ανέφικτη την από το δικαιούχο επιδίωξη της αξίωσης (ΑΠ 1178/1994 ΕλλΔνη 1997.799), ενώ γίνεται δεκτή η αναλογική εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 255 ΑΚ σε όσες υποθέσεις ο δικαιούχος βρίσκεται σε αντικειμενική αδυναμία του δικαιούχου να επιδιώξει την ικα- νοποίησή της απαίτησής του (ΑΠ 852/2001 ΧρΙΔ 2001.600, Γεωργιάδης, Σύντομη Ερμηνεία Αστικού Κώδικα σ. 494 αρ. 11 με π.π.). Πρόσθετο λόγο διακοπής και αναστολής της παραγραφής καθιερώνουν οι εφαρμοζόμενες, μαζί με τις ανωτέρω, και στην περίπτωση δικαστικής επιδίωξης της απαίτησης από επιταγή με τη διαδικασία της διαταγής πληρωμής, ουσιαστικού περιεχομένου διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου 634 ΚΠολΔ, κατά την πρώτη των οποίων η επίδοση της διαταγής πληρωμής διακόπτει την παραγραφή, κατά τη δεύτερη δε η παραγραφή αναστέλλεται από την επίδοση τη διαταγής πληρωμής μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί της ανακοπής που ασκήθηκε. Παρά δε τη γραμματική διατύπωση της παρ. 2. με την οποία φαίνεται να περιορίζεται η εφαρμογή της μόνο στην περίπτωση που η ανακοπή γίνεται δεκτή και ακυρώνεται η διαταγή πληρωμής, εφόσον ο σκοπός του νομοθέτη, που σαφώς προκύπτει από τη διάταξη αυτή, είναι η προστασία του κομιστή της επιταγής κατά τη διάρκεια της επί της ανακοπής δίκης από τη συμπλήρωση της ανωτέρω βραχυχρόνιας εξάμηνης παραγραφής, ο ίδιος σκοπός υφίσταται και στην περίπτωση κατά την οποία δεν ακυρωθεί αλλά απορριφθεί η ανακοπή και επικυρωθεί η διαταγή πληρωμής, με αποτέλεσμα να θεωρείται ότι η παραγραφή έχει ανασταλεί και στην περίπτωση αυτή για το ίδιο χρονικό διάστημα (ΑΠ 1834/2011. 667/2007, ΕλλΔνη 2007.789. 1347/2004 ΧρΙΔ 2005.359. Πανταζόπουλος, Η ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής 2η έκδ., 2013, σ. 206 και σημ. 691 με π.π.). Η αναστολή της παραγραφής διακρίνεται σε απόλυτη αναστολή, όταν αυτή επέρχεται σε οποιοδήποτε στάδιο του χρόνου παραγραφής και εάν λάβει χώρα το γεγονός της αναστολής, και σε αναστολή συμπλήρωσης, εάν ο λόγος επέρχεται το τελευταίο εξάμηνο του χρόνους παραγραφής και παρεμποδίζει τη συμπλήρωση της.
Από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα του καθ’ ου η ανακοπή, που εξετάσθηκε νομότυπα στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και η οποία περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του, από όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, καθώς και από την υπ’ αριθμ. 2841/15-1-2013 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών, που προσκομίζει με επίκληση ο καθ’ ου η ανακοπή, η οποία λήφθηκε ύστερα από νομότυπη και εμπρόθεσμη, προ 24 τουλάχιστον ωρών κατ’ άρθρα 643 παρ. 2, 650 παρ. 1 εδ. τελ ΚΠολΔ κλήτευση της ανακόπτουσας (βλ. την υπ’ αριθμ. 7953 Β/14-1-2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών), χωρίς να ληφθεί υπόψη η υπ’ αριθμ. 2956/25-6-2013 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της ίδιας ως άνο) συμβολαιογράφου, που προσκομίζει με επίκληση ο καθ’ ου η ανακοπή κατ’ άρθρο 591 παρ. δ ΚΠολΔ, η οποία δεν αφορά στην αντίκρουση ισχυρισμών της αντιδίκου που προτάθηκαν πρώτη φορά στη συζήτηση, αλλά στην άρνηση της βάσης της ανακοπής (ΑΠ 543) 2014 ΕφΑθ 2014.415 και μάλιστα όχι σε σχέση με το εδώ εκκληθέν κεφάλαιο της παραγραφής της απαίτησης και της αναστολής της, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Η ανακόπτουσα εξέδωσε στην Αθήνα στις 30-7-2011 την υπ’ αριθμ. …….τραπεζική επιταγή της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, ποσού 40.000,00 ευρώ, σε διαταγή του καθ’ ου η ανακοπή, ο οποίος την εμφάνισε εμπρόθεσμα προς πληρωμή στην πληρώτρια Τράπεζα στις 5-8-2011 και δεν πληρώθηκε λόγω ανάκλησης με επαρκές διαθέσιμο υπόλοιπο, όπως αποδεικνύεται από την σχετική βεβαίωση της ανωτέρω Τράπεζας. Με την από 1-12-2011 αίτηση του καθ’ ου η ανακοπή εκδόθηκε βάσει της ανωτέρω επιταγής η υπ’ αριθμ. 29685/201 1 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Επομένως, εφόσον η φερόμενη ημερομηνία έκδοσης της επιταγής είναι η 30-7-2011, η οκταήμερη προθεσμία προς εμφάνιση άρχισε την επομένη (άρθρ. 56 ν. 5960/1933), δηλ. στις 31-7-2011 και έληξε στις 8-8-2011, δηλ. την πρώτη εργάσιμη ημέρα μετά την παρέλευση των οκτώ ημερών, καθόσον η τελευταία ημέρα του οκταημέρου 7-8-2011. ήταν Κυριακή και επομένως αργία, με συνέπεια η εξάμηνη προθεσμία παραγραφής της ενσωματωμένης σ’ αυτήν αξίωσης να αρχίσει την επομένη, δηλ. στις 9-8-2011, και έληξε στις 9-2-2012. Η δε διαταγή πληρωμής ενώ εκδόθηκε στις 19-12-2011, αντίγραφο εξ απογράφου πρώτου εκτελεστού μετά της παρά πόδας αυτού από 14-2-2012 επιταγής προς πληρωμή επιδόθηκε στην ανακόπτουσα για πρώτη φορά στις 17-2-2012, δηλ. μετά την παρέλευση της εξάμηνης προθεσμίας παραγραφής της εκ της επιταγής αξίωσης. Ο δε ισχυρισμός του καθ’ ου περί αναστολής της προθεσμίας παραγραφής καθ’ ο χρόνο η επιταγή δεν βρισκόταν στα χέρια, ήτοι από την επομένη της εμφάνισής της στις 5-8-2011 έως και τις 31-10-2011, οπότε του παραδόθηκε από το μεσεγγυούχου δικηγόρο, στον οποίο είχε αρχικά παραδοθεί κατά τους όρους της ειδικότερης μεταξύ των συμβαλλομένων μερών συμφωνίας, και στον οποίο ο ίδιος ο καθ’ ου την παρέδωσε αμέσως μετά την εμφάνιση και μη πληρωμή της, είναι απορριπτέος ως νόμω αβάσιμος, εφόσον τα εκτιθέμενα από τον καθ’ ου δεν εμπίπτουν σε ορισμένη από τις περιπτώσεις αναστολής της παραγραφής, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας. Εξάλλου, ο ισχυρισμός αυτού περί έναρξης της εξάμηνης προθεσμίας παραγραφής από τις 25-8-2011. οπότε κατόπιν εισαγγελικής παραγγελίας έλαβε γνώση της υπαναχώρησης της αντισυμβαλλόμενης του. είναι απορριπτέος, καθόσον δεν στηρίζεται στο νόμο κατά τα ως άνω. Αποδεικνύεται έτσι ότι ο καθ’ ου η ανακοπή άσκησε όλα δικαιώματά του από την ως άνω επιταγή με την εμπρόθεσμη εμφάνισή της στην πληρώτρια τράπεζα με την υποβολή αίτησης έκδοσης διαταγής πληρωμής μετά πάροδο μηνός από την προς αυτόν παράδοση της επιταγής (31 -10-2011), την έκδοση της ως άνω διαταγής πληρωμής στις 19-12-2011, αλλά την επίδοσή της σε χρόνο μετά την πάροδο του νόμιμου χρόνου παραγραφής, δίχως να μεσολαβήσει καμία δόλια ενέργεια της αντιδίκου του αποτρεπτική της ικανοποίησης της αξίωσής του. Τα ίδια δέχθηκε και η υπ’ αριθμ. 5803/2012 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία ανέστειλε την εκτέλεση που επισπεύθηκε σε βάρος της ανακόπτουσας με την ως άνω διαταγή πληρωμής. Επομένως, ο οψιγενής ισχυρισμός περί παραγραφής της ως άνω από επιταγή απαίτησης μετά την έκδοση της διαταγής πληρωμής προτεινόμενος με την ανακοπή κατά της εκτέλεσης κατ’ άρθρο 933 ΚΠολΔ (ΑΠ 536/1994 ΕλλΔνη 1997.1076, 1366/2008 ΝοΒ 57.419. Πανταζόπουλος, ό.π. σ. 29 σημ. 58 με π.π. στη θεωρία και νομολογία) είναι κατ’ ουσία βάσιμος. Συνεπώς, τα ίδια δεχθέν και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που δέχθηκε την ένδικη ανακοπή κατά της εκτέλεσης και ακύρωσε την 14-2-2012 επιταγή προς εκτέλεση κάτω από αντίγραφο εξ απογράφου της υπ’ αριθμ. 29685/ 2011 διαταγής πληρωμής δεν έσφαλε ως προς την ορθή του νόμου εφαρμογή και την ορθή εκτίμηση των αποδείξεων, τα αντίθετα δε υποστηριζόμενα με την ένδικη έφεση από τον εκκαλούντα είναι ουσία αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και η έφεση στο σύνολο της. Πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο κατ» άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ.
Τέλος, πρέπει να επιβληθεί σε βάρος του εκκαλούντος η δικαστική δαπάνη της εφεσίβλητης του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 του ΚΠολΔ) κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
Αριθμός απόφασης 4544/2015
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση από 5-3-2014 (αριθμ. καταθ. 1496/2014) έφεση κατά της υπ’ αριθμ. 178/2014 εν μέρει οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από πιστωτικούς τίτλους (άρθρα 635 επ. ΚΠολΔ) επί της από 21-2-2012 (αριθμ. καταθ. 34687/161/2012) ανακοπής, στο δικόγραφο της οποίας σωρεύονται (άρθρο 218 ΚΠολΔ) ανακοπή του άρθρου 632 ΚΠολΔ και ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, αφού δεν αποδεικνύεται επίδοση της εκκαλουμένης και από τη δημοσίευσή της (29-1-2014) μέχρι την άσκηση της έφεσης, το δικόγραφο της οποίας κατατέθηκε στη Γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου στις 6-3-2014, δεν έχει παρέλθει τριετία (άρθρ. 495 επ. και 518 παρ. 2 ΚΠολΔ), αρμοδίως δε φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρ. 19, 511, 513 παρ. 1 και 518 παρ. 2 ΚΠολΔ). Η ανωτέρω απόφαση, η οποία έκρινε οριστικώς ως προς την αντικειμενικώς σωρευόμενη στο αυτό δικόγραφο ανακοπή κατά της εκτέλεσης (άρθρο 933ΚΠολΔ) και ανέβαλε την έκδοση οριστικής απόφασης ως προς τη σωρευόμενη στο αυτό δικόγραφο ανακοπή του άρθρου 632 ΚΠολΔ, υπόκειται σε έφεση ως προς το μέρος αυτής που εξέδωσε οριστική απόφαση ως προς τη μία των αντικειμενικώς σωρευόμενων ανακοπών (εκείνης του άρθρου 933 ΚΠολΔ), ενόψει του ότι από τη διάταξη του άρθρου 513 παρ. 1 β’ ΚΠολΔ (που είναι ταυτόσημη με εκείνη του άρθρου 553 παρ. 1 β’ του ιδίου κώδικα και αναφέρεται στην αναίρεση) προκύπτει ότι επί αντικειμενικής σωρεύσεως περισσοτέρων αγωγών στο αυτό δικόγραφο του ιδίου ενάγοντος κατά του ιδίου εναγομένου, προς εξοικονόμηση δαπανών και χρόνου και στη μία από αυτές εκδόθηκε οριστική απόφαση, ενώ ως προς άλλη ή άλλες αγωγές εκδόθηκε μη οριστική απόφαση, η εκδοθείσα οριστική απόφαση υπόκειται αυτοτελώς σε έφεση και πριν εκδοθεί οριστική απόφαση ως προς σωρευθείσες στο αυτό δικόγραφο λοιπές αγωγές ΑΠ541/2009, ΑΠ99/2008, ΕφΛαρ 15/2013, αντιθ. ΑΠ 409/2009, ΑΠ 1060/2004, ΑΠ 24/2001, δημοσιευμένες στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Πρέπει, επομένως, να γίνει η έφεση τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω, κατά την ίδια διαδικασία, ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της, δεδομένου ότι για το παραδεκτό της άσκησής της έχει καταβληθεί το προβλεπόμενο από το άρθρο 495 § 4 ΚΠολΔ παράβολο (βλ. τα συνημμένα στο δικόγραφο της έφεσης υπ’ αριθμ. 1642093,1642094 παράβολα δημοσίου και 061287,061288 παράβολα ΤΑΧΔΙΚ).
Με την από 21-2-2012 (αριθμ. καταθ. 34687/161/2012) ανακοπή η ανακόπτουσα και ήδη εφεσίβλητη ζήτησε, για τους αναφερόμενους σ’ αυτήν λόγους, την ακύρωση α) της υπ’ αριθμ. 29684/2011 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και β) της από 14-2-2012 επιταγής προς πληρωμή που έχει γραφεί κάτω από το αντίγραφο απογράφου της ως άνω διαταγής πληρωμής. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφασή του, κατά το οριστικό μέρος αυτής, δέχθηκε την ανακοπή κατά της εκτέλεσης και ακύρωσε την ως άνω επιταγή προς πληρωμή. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται ο εκκαλών-καθ’ου η ανακοπή με την υπό κρίση έφεσή του, για λόγους που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και σε πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί την εξαφάνιση της εκκαλουμένης (κατά το οριστικό μέρος της) και την απόρριψη της ανακοπής κατά της επιταγής προς πληρωμή.
Κατά τη διάταξη του άρθ. 52 ν. 5690/1933, η αξίωση κατά του εκδότη επιταγής, παραγράφεται μετά έξι (6) μήνες από της λήξεως της προθεσμίας για εμφάνιση. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 634 § 1 ΚΠολΔ η επίδοση διαταγής πληρωμής διακόπτει την παραγραφή και την αποσβεστική προθεσμία. Τέλος, κατά το άρθρο 255ΑΚ, η παραγραφή αναστέλλεται για όσο χρόνο ο δικαιούχος εμποδίστηκε από δικαιοστάσιο ή από άλλο λόγο ανώτερης βίας να ασκήσει την αξίωσή του μέσα στο τελευταίο εξάμηνο του χρόνου παραγραφής. Αναστέλλεται επίσης η παραγραφή για όσο χρονικό διάστημα μέσα στο τελευταίο εξάμηνο του χρόνου της ο υπόχρεος απέτρεψε με δόλο το δικαιούχο να ασκήσει την αξίωση.
Από την επανεκτίμηση της κατάθεσης του μάρτυρα που εξετάσθηκε ενόρκως στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η οποία περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του ιδίου Δικαστηρίου, όλων των εγγράφων που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, εκτιμωμένων ως αυτοτελών αποδεικτικών μέσων και προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και της επαναπροσκομιζόμενης με επίκληση από τον εκκαλούντα-καθ’ου η ανακοπή υπ’ αριθμ. 2841/15-1-2013 ένορκης βεβαίωσης ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών…………., η οποία δόθηκε μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση της ανακόπτουσας- εφεσίβλητης (βλ. υπ’ αριθμ. 7952/14-1-2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ………………), αποδεικνύονται τα εξής: Η ανακόπτουσα εξέδωσε στην Αθήνα την υπ’ αριθμ. 20169803-0 επιταγή, με ημερομηνία έκδοσης 30-7-2011, ποσού 40.000 ευρώ, πληρωτέα στην Τράπεζα Eurobank-Ergasias εις διαταγήν του ανακόπτοντος. Την επιταγή αυτή εμφάνισε ο ανακόπτων εμπρόθεσμα προς πληρωμή στην πληρώτρια τράπεζα στις 5-8-2011, πλην όμως δεν πληρώθηκε λόγω ανάκλησης με επαρκές υπόλοιπο, γεγονός που βεβαιώθηκε αυθημερόν επί του σώματος της επιταγής από την πληρώτρια τράπεζα. Στη συνέχεια, κατόπιν της από 1-12-2011 αιτήσεως του καθ’ ου η ανακοπή και με βάση την προναφερόμενη επιταγή, εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 29684/2011 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Η ως άνω διαταγή πληρωμής εκδόθηκε στις 19-12-2011, πλην όμως ο καθ’ ου την επέδωσε στην ανακόπτουσα για πρώτη φορά, με την κάτω από το αντίγραφο εξ απογράφου αυτής από 14-2-2012 επιταγή προς πληρωμή (ανακοπτόμενη) καθυστερημένα και συγκεκριμένα στις 17-2-2012. Επομένως, εφόσον η ημερομηνία έκδοσης της επιταγής είναι η 30-7-2011, η οκταήμερη προθεσμία προς εμφάνιση άρχισε στις 31-7-2011 (άρθρο 56 ν. 5960/1933) και έληξε στις 8-8-2011, ήτοι την πρώτη εργάσιμη ημέρα μετά την παρέλευση των οκτώ ημερών, καθόσον, σύμφωνα με το ισχύον ημερολόγιο, η τελευταία ημέρα του οκταημέρου (7-8-2011) ήταν Κυριακή και επομένως αργία. Συνεπώς, η εξάμηνη προθεσμία παραγραφής της αξίωσης του καθ’ ου, κομιστή της εν λόγω επιταγής, άρχισε στις 9-8-2011 και συμπληρώθηκε στις 9-2-2012, χωρίς να μεσολαβήσει διακοπτικό της παραγραφής γεγονός, αφού η διαταγή πληρωμής επιδόθηκε μετά την παρέλευση της κατ’ άρθρο 52 ν. 3960/1933 εξάμηνης προθεσμίας παραγραφής.
Ο εκκαλών-καθ’ου η ανακοπή, με το δικόγραφο της έφεσης ισχυρίζεται, όπως και πρωτοδίκως, ότι με το υπ’ αριθμ. ……………….προσύμφωνο της Συμβολαιογράφου Αθηνών………, η μη διάδικος εταιρεία με την επωνυμία ανέλαβε την υποχρέωση να πωλήσει και μεταβιβάσει στον εκκαλούντα και στον επίσης μη διάδικο το σύνολο των εταιρικών της μεριδίων στην εταιρεία με την επωνυμία………, αντί συνολικού τιμήματος 600.000 ευρώ και ότι με βάση το από 22-2-2011 ιδιωτικό συμφωνητικό που καταρτίσθηκε μεταξύ των αυτών συμβαλλομένων, η επιταγή, με βάση την οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής που αποτελεί τον εκτελεστό τίτλο, παραδόθηκε στον δικηγόρο……., ως μεσεγγυούχο, προκειμένου να εισπραχθεί από τον εκκαλούντα σε περίπτωση μεταμέλειας της πωλήτριας. Ότι εν συνεχεία η πωλήτρια, με το υπ’ αριθμ. συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Αθηνών μεταβίβασε τα 3.400 εταιρικά της μερίδια επί της εταιρείας………. στην ……και στην εφεσίβλητη, με τις οποίες ο εκκαλών διαπραγματεύθηκε την αγορά των εταιρικών μεριδίων που απέκτησαν στην εταιρεία …..και οι οποίες, μολονότι αρχικά υποσχέθηκαν την κατάρτιση οριστικής σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης των εταιρικών τους μεριδίων, στη συνέχεια επέδειξαν κακοπιστία και τήρησαν παρελκυστική τακτική, αποφεύγοντας την κατάρτιση της σύμβασης, η οποία ουδέποτε καταρτίσθηκε, αφού η εφεσίβλητη στις 26-7-2011 πώλησε και μεταβίβασε μέρος των εταιρικών της μεριδίων της εταιρείας σε τρίτους, με το υπ’ αριθμ. συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Αθηνών, το οποίο καταχωρήθηκε στα βιβλία εταιρειών του Πρωτοδικείου Αθηνών στις . Επίσης, ότι στις 30-7-2011, ημερομηνία έκδοσης της επίδικης επιταγής, ο ίδιος (εκκαλών) ζήτησε την παράδοσή της από το μεσεγγυούχο, εν όψει της υπαναχώρησης της εφεσίβλητης από τη συμφωνία τους, πλην όμως αυτός αρνήθηκε με τη δικαιολογία ότι δεν υπήρχαν οι απαιτούμενες γραπτές και σαφείς ενδείξεις υπαναχώρησης, οι οποίες να δικαιολογούν την από μέρους του παράδοση της επιταγής είτε στον ίδιο (εκκαλούντα) είτε στην εφεσίβλητη, η οποία επίσης του την είχε ζητήσει με το από 6-7-2011 εξώδικο της και στις 5-8- 2011 παρέδωσε την επιταγή στον εκκαλούντα μόνο προσωρινά, για να την εμφανίσει εμπρόθεσμα προς πληρωμή και εν συνεχεία την ανέλαβε και του την παρέδωσε οριστικά στις 24-10-2011. Με βάση τα παραπάνω ο εκκαλών, με τον πρώτο λόγο της έφεσης, επικαλείται, όπως και πρωτοδίκως, αναστολή της παραγραφής, κατ’ άρθρο 255 ΑΚ, εφόσον η επιταγή μέχρι την 24-10-2011 βρισκόταν στα χέρια του μεσεγγυούχου. Σύμφωνα όμως με τη διάταξη του άρθρου 255ΑΚ, προϋπόθεση της αναστολής της παραγραφής είναι η παρεμπόδιση του δικαιούχου να ασκήσει την αξίωσή του μέσα στο τελευταίο εξάμηνο του χρόνου της παραγραφής, στην προκειμένη δε περίπτωση η επικαλούμενη από τον εκκαλούντα καθυστερημένη παράδοση προς αυτόν της επίδικης επιταγής ουδόλως τον εμπόδισε να ασκήσει την απορρέουσα από αυτήν αξίωσή του εντός του τελευταίου εξαμήνου του χρόνου της παραγραφής και μάλιστα να αποκτήσει εκτελεστό τίτλο προς ικανοποίηση της απαίτησής του, αφού, σύμφωνα και με τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της έφεσης, με βάση την εν λόγω επιταγή, εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 29684/2011 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών πολύ πριν από τη συμπλήρωση της βραχυπρόθεσμης εξάμηνης παραγραφής και συγκεκριμένα στις 19-12-2011, ανεξαρτήτως αν στη συνέχεια και μέχρι τις 9-2-2012, οπότε συμπληρώθηκε ο χρόνος παραγραφής, παρήλθε άπρακτο χρονικό διάστημα 52 ημερών, κατά το οποίο ο εκκαλών, χωρίς να επικαλείται ότι εμποδίσθηκε από οποιονδήποτε λόγο, δεν επέδειξε τη δέουσα επιμέλεια ώστε να επιδώσει τη διαταγή πληρωμής στην εφεσίβλητη-ανακόπτουσα και να διακόψει την παραγραφή, συνεπώς η αντένστασή του περί αναστολής της παραγραφής είναι νόμω αβάσιμη και απορριπτέα. Η δε αποδιδόμενη στην εφεσίβλητη κακόπιστη και παρελκυστική συμπεριφορά, με συνέπεια την εξ αιτίας της ματαίωση της κατάρτισης οριστικής σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης προς τον εκκαλούντα των μεριδίων της στην εταιρεία, αληθής υποτιθέμενη, δεν καθιστά και την εκ μέρους της προβολή της ένστασης παραγραφής της απαίτησης από την επίδικη επιταγή καταχρηστική, κατά την έννοια του άρθρου 281ΑΚ ούτε αντιβαίνουσα στο άρθρο 288ΑΚ, απορριπτομένων ως νόμω αβασίμων των σχετικών αντενστάσεων που ο εκκαλών προέβαλε πρωτοδίκως και επαναφέρει με το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου της έφεσης. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλούμενη απόφασή του α) κατ’ ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, αν και με διαφορετική αιτιολογία, η οποία αντικαθίσταται από αυτήν της παρούσας (άρθρο 534 ΚΠολΔ) απέρριψε ως νόμω αβάσιμη την προβληθείσα και πρωτοδίκως αντένσταση του εκκαλούντος περί αναστολής της παραγραφής, κατ’ άρθρο 255 ΑΚ και β) ορθά κατ’ αποτέλεσμα απέρριψε, έστω και σιγή, τις προβληθείσες και πρωτοδίκως αντενστάσεις του εκκαλούντος-καθ’ου η ανακοπή ότι η προβολή της ένστασης παραγραφής είναι καταχρηστική, κατά το άρθρο 281ΑΚ και αντιβαίνει στις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών (άρθρο 288ΑΚ), απορριπτομένων ως αβασίμων του πρώτου λόγου και του δεύτερου σκέλους του δεύτερου λόγου της έφεσης! αντιστοίχως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 251ΑΚ, η παραγραφή αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της. Η δικαστική επιδίωξη αποκλείεται μόνον οσάκις συντρέχουν νομικά κωλύματα, τα οποία καθιστούν αδύνατη τη δικαστική επιδίωξη, τα οποία είτε αναφέρονται ευθέως στο νόμο είτε αποτελούν αναβλητική αίρεση (ΑΠ901/2014, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Με βάση τα παραπάνω, ο ισχυρισμός του εκκαλούντος ότι η παραγραφή της αξίωσής του από την επιταγή δεν άρχισε στις 9-8-2011, με την παρέλευση της οκταήμερης προθεσμίας εμφάνισης της επιταγής, αλλά στις 24-10-2011, οπότε του παραδόθηκε η επιταγή από το μεσεγγυούχο και σε κάθε περίπτωση στις 25-8-2011, οπότε αυτός έλαβε γνώση της μεταμέλειας της αντισυμβαλλομένης του για την προς αυτόν πώληση και μεταβίβαση των μεριδίων της στην εταιρεία, είναι νόμω αβάσιμος και απορριπτέος, διότι τόσο η άρνηση του μεσεγγυούχου να παραδώσει την επιταγή με την αιτιολογία ότι δεν υπήρχαν έγγραφες και σαφείς ενδείξεις υπαναχώρησης της αντισυμβαλλομένης του, όσο και η καθυστερημένη εκ μέρους του εκκαλούντος γνώση της μεταμέλειας της αντισυμβαλλομένης του, δεν συνιστούν νομικά κωλύματα, τα οποία αναφέρονται στο νόμο ούτε αναβλητικές αιρέσεις παρέχουσες στην εφεσίβλητη εκδότρια της επιταγής το δικαίωμα να αρνηθεί την πληρωμή της, συνεπώς, η απορρέουσα από την επιταγή αξίωση του εκκαλούντος ήταν ήδη δικαστικά επιδιώξιμη στις 9-8-2011 και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφασή του δέχθηκε τα ίδια, δεν έσφαλε, απορριπτομένου ως αβασίμου του πρώτου σκέλους του δεύτερου λόγου της.
Τέλος, κατά το άρθρο 650 § 1 ΚΠολΔ, στην ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών, το οποίο εφαρμόζεται και στη διαδικασία των διαφορών από πιστωτικούς τίτλους (άρθρο 643 § 2 ΚΠολΔ), λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου μόνον αν έγιναν ύστερα από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου πριν από είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες. Συνεπώς είναι παραδεκτές, κατά την πιο πάνω ειδική διαδικασία, ένορκες βεβαιώσεις, υπό την προϋπόθεση που αναφέρθηκε, έστω και αν λήφθηκαν μετά τη συζήτηση της υποθέσεως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, μέσα στην προθεσμία, προσθήκης και αντικρούσεως. Αν λείπει η παραπάνω προϋπόθεση (της κλήτευσης του αντιδίκου) η ένορκη βεβαίωση δεν είναι απλώς άκυρη αλλά ανύπαρκτη ως αποδεικτικό μέσο και δεν λαμβάνεται υπόψη (ΑΠ232/2014, ΑΠ1321/2014, ΑΠ1472/2014, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Στην προκειμένη περίπτωση το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη την υπ’ αριθμ. ένορκη βεβαίωση του ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών, με την αιτιολογία ότι δεν αφορούσε στην αντίκρουση ισχυρισμών της αντιδίκου του αλλά άρνηση της βάσης της ανακοπής. Την ένορκη αυτή βεβαίωση, η οποία δόθηκε χωρίς να παραστεί η αντίδικος του, προσκόμισε ο καθ’ου η ανακοπή-εκκαλών μετά τη συζήτηση της ανακοπής και εντός της προθεσμίας της προσθήκης. Ανεξαρτήτως δε του αν η ως άνω ένορκη βεβαίωση αφορούσε ή όχι στην αντίκρουση ισχυρισμών της ανακόπτουσας, δεν αποδεικνύεται (ούτε αναφέρεται στην εκκαλουμένη) ότι αυτή δόθηκε μετά από κλήτευση της ανακόπτουσας, καθόσον ο εκκαλών-καθ’ου η ανακοπή δεν προσκομίζει ούτε άλλωστε επικαλείται σχετική έκθεση επίδοσης ούτε στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου περιέχεται δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του ότι θα εξετάσει μάρτυρες ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, με συνέπεια η εν λόγω ένορκη βεβαίωση να αποτελεί ανύπαρκτο αποδεικτικό μέσο, μη λαμβανόμενο υπόψη ούτε από το πρωτοβάθμιο ούτε από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο. Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αν και με διαφορετική αιτιολογία, η οποία αντικαθίσταται από αυτήν της παρούσας (άρθρο 534 ΚΠολΔ), ορθά κατ’ αποτέλεσμα δεν έλαβε υπόψη του την παραπάνω ένορκη βεβαίωση, απορριπτομένου ως αβασίμου του τρίτου και τελευταίου λόγου της έφεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος έφεσης προς έρευνα πρέπει η έφεση να απορριφθεί κατ’ ουσία και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας εις βάρος του εκκαλούντος, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 § 2 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό. Πρέπει επίσης να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παράβολου που κατέθεσε ο εκκαλών κατά την άσκηση της έφεσης (άρθρο 495 §4 ΚΠολ.Δ.).